Δεν έλαχε ποτέ να τη δω να παίζει στη σκηνή. Διατηρώ όμως την εκφραστική μορφή της που «έγραψε» σε δύο, κυρίως, κινηματογραφικές ταινίες: την αμερικανική «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» (από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ, με θέμα τον εμφύλιο ισπανικό πόλεμο), σε σκηνοθεσία Σαμ Γουντ.
Που της χάρισε, το 1943, το Οσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στην εν λόγω ταινία – το πρώτο που απονεμόταν σε μη Αμερικανό ηθοποιό. Και την ιταλική «Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του», του Λουκίνο Βισκόντι (1969). Στις 12 ταινίες στις οποίες συμμετείχε, μεταξύ των οποίων και «Ο κύριος Αρκαντίν» του Ορσον Γουέλς (1955), μία είναι ελληνική – η τελευταία της, «Το νησί της Αφροδίτης» (από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Αλέξη Πάρνη), με θέμα τα δεινά της Κύπρου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκαλενάκη (1969). Και αναφέρομαι σ’ αυτά επειδή, όπως ομολογούν σπουδαίοι ηθοποιοί, αν δεν εμφανίζονταν στην οθόνη, ήταν γνωστοί μόνο από κάποιες φωτογραφίες.
Με Μπρεχτ
Ο δεύτερος λόγος που αναφέρομαι σήμερα στην Κατίνα Παξινού, είναι επειδή συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τότε που έπαιξε για τελευταία φορά στο θέατρο. Ηταν η περίοδος1971-1972, οπότε με τον σύζυγό της Αλέξη Μινωτή είχαν, λόγω χούντας, αποχωρήσει από το Εθνικό Θέατρο και είχαν συγκροτήσει δικό τους θίασο και έπαιζαν είτε στο «Σινεάκ» (κάτω από το «Ρεξ») είτε στο απέναντι «Πάνθεον». Στο δεύτερο αυτό παρουσίαζαν το έργο του Μπέρτολντ Μπρεχ «Μάνα Κουράγιο», με την Παξινού στον επίπονο ρόλο της Μάνας, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Και ήταν επίπονος ο ρόλος για την Παξινού, αφ’ ενός επειδή απαιτούσε να σέρνει ένα κάρο, και αφ’ ετέρου επειδή είχε ήδη χτυπηθεί από έναν επιθετικό καρκίνο που της στέρησε τη ζωή στις 22 Φεβρουαρίου 1973, στα 73 της. (Ο Μινωτής, με τον οποίο η Παξινού συμπορεύτηκε στη ζωή και στο θέατρο από το 1940, «έφυγε» 17 χρόνια αργότερα, 11 Νοεμβρίου 1990, στα 90 του.)
«Δεν υπάρχουν λόγια να εκφράσω τα αισθήματά μου για το μέγεθός της», λέει η ηθοποιός Εφη Ροδίτη (κατοπινή σύζυγος του Κώστα Νίτσου), που στην παράσταση εκείνη ερμήνευσε δίπλα στην Παξινού τον ρόλο της μουγκής κόρης της Κατρίν. Από την Εφη Ροδίτη και η ιδέα να γράψω για την Παξινού, καθώς άλλωστε είχα μια «στρογγυλή» επέτειο: πενήντα χρόνια από την τελευταία της παράσταση.
Θα εξαντλήσω το υπόλοιπο του μικρού αυτού αφιερώματος στην Κατίνα Παξινού, με μερικά αποσπάσματα από κείμενο του Αλέξη Μινωτή, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Μακρινές φιλίες» (εκδ. «Κάκτος», 1981):
Ανήμποροι…
«Οι άσπλαχνες μέρες του τέλους είχαν φτάσει. Η Κατίνα είχε βαρύνει πολύ. Ανάπνεε δύσκολα. Κι όμως, στην πιο μικρή ανάπαυλα του αγώνα της λέγαμε πως καλυτέρεψε (τόσο το ποθούσαμε), λέω εμείς και δεν ξέρω ποιους ακριβώς εννοώ. Γιατροί ανήμποροι, νοσοκόμες ανυπόμονες η μια μετά την άλλη. Ακαιρες επισκέψεις, χωρίς νόημα. Τηλέφωνα, δακρυσμένα μάτια και πολλή αγωνία μεγάλη. Απίστευτο να χάνεται έτσι τέτοιος άνθρωπος και βοήθεια από πουθενά. Γονάτισα να προσευχηθώ, να ικετέψω»…
«Πλέκοντας το εγκώμιο της πάναγνης αυτής γυναίκας, θα πασχίσω να κρατηθώ στα μικρά, τα ανέμελα, τα σεμνά κι αισθηματολογικά έστω, στις χάρες τις εγκάρδιες για τους άλλους. Πόσες φορές δεν χάρισε τα φορέματά της σε συναδέλφους κι ύστερα παραπονιόταν πως δεν είχε τι να φορέσει. Πόσες φορές δεν προσποιήθηκε αδιαθεσία για να δώσει την ευκαιρία σε κάποια αντικαταστάτριά της να δοκιμάσει τον ρόλο, ας ήταν ακόμη και της λαίδης Μάκμπεθ ή η αλήθεια της Ιοκάστης. Ηταν σκορποχέρα, είν’ η αλήθεια, μα πάντα χάρη κάποιου συναδέλφου της, ποτέ γι’ αυτή την ίδια»…
«Τον καιρό που μεσουρανούσε στην Αμερική, στον κινηματογράφο και στο θέατρο, κι έπαιρνε το ένα βραβείο μετά το άλλο, δεν ήταν κατά βάθος πλήρως ικανοποιημένη. “Αν δεν παίξω ελληνικά”, έλεγε διαρκώς, “δεν θα ησυχάσω. Μόνο με την ελληνική γλώσσα επικοινωνώ με τον βαθύτερο εαυτό μου”»…
Και επέστρεψε, με τον Μινωτή, για να διαπρέψει –κυρίως ως δραματική ηθοποιός– σ’ ένα πλούσιο ρεπερτόριο με ξένα και ελληνικά έργα. «Στην Κατίνα, βέβαια, δεν αξίζει η ρητόρευση. Καλύτερα λόγια απλά, μιας και η λέξη αγάπη είναι η πιο ακριβή, φτάνει να είναι βαθιά και απέραντη σαν τη δική μας την παντοτινή για την Κατίνα Παξινού», ολοκληρώνει το κείμενό του ο Αλέξης Μινωτής.
Στο πλαίσιο
Πανδημία με άδηλη διάρκεια και έκβαση, σεισμοί, βία, καταστολή και κλεισούρα – με όσα εκτιμούν οι αρμόδιοι και τα κυρίαρχα, τα ταμένα στην εξουσία ΜΜΕ, ότι πρέπει να γνωρίζει το πόπολο, λες και δεν τα ζει… Και… ευτυχώς, όλο και κάποια νέα συμφορά επισκιάζει την τρέχουσα, όπως π.χ. η νεροποντή που ρήμαξε πριν από λίγες ημέρες ολόκληρη περιοχή – και τώρα ποιος τη θυμάται…
Και η καθημερινή λίστα με τα κρούσματα, τους διασωληνωμένους, τα προβληματικά εμβόλια, την ασφυξία στα νοσηλευτήρια, τους δηλωμένους νεκρούς της πανδημίας, τους άδηλους άλλους και τους γενικώς πάσχοντες και απροστάτευτους (συμπεριλαμβανομένων, εννοείται, των άμοιρων προσφύγων).
Υπάρχουν βέβαια και οι «πέρα βρέχει» και «δεν βαριέσαι», αυτοί που πιστεύουν ότι είναι στο απυρόβλητο, ότι τίποτα κακό δεν τους αγγίζει – και εννοούν να το γλεντούν, να το διασκεδάζουν, να μην ταράζει τίποτα τη μακαριότητά τους. Τυχεροί άνθρωποι…
Να μη διαφεύγει και η σεξουαλική αγωγή, η απούσα από την εκπαίδευση, που ωστόσο (όπως καταφάνηκε) ανέλαβαν κάποιοι άλλοι… Και να δούμε τι θα προκύψει από τη Δικαιοσύνη, που –επιτέλους– ανέλαβε. Σύμφωνα πάντως με δήλωση της πολιτείας, όταν ξαναλειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία, θα διδάσκεται –και να δούμε πώς– η εν λόγω αγωγή.
Και σαν να μην έφταναν τα δικά μας, πανικός στα βρετανικά ανάκτορα, από το ενδεχόμενο να προκύψει κάτι σκούρο στην αυλική οικογένεια. Εχουν και οι γαλαζοαίματοι τα βάσανά τους…
ΚΑΙ… «Να δεις πως όταν με το καλό τερματιστεί η κλεισούρα, δεν θα μας κάνει καρδιά να βγούμε…»
