Το ζήτημα της εκπαίδευσης είναι κομβικό. Και είναι πραγματικά λυπηρό ότι η παρούσα ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη επαναφέρει τόσο δυναμικά τους ειδικούς φρουρούς, της βραχύτατης εκπαίδευσης, στο προσκήνιο (βλ. π.χ. Πανεπιστημιακή Αστυνομία), παρακάμπτοντας το αδιάβλητο σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων
Η Ντόρα Γιαννάκη γνωρίζει όσο λίγοι την ελληνική αστυνομία ως πολιτική επιστήμονας και εμπειρογνώμονας πολιτικών ασφάλειας & δικαιοσύνης, αλλά και ως ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα προσωπικού με αστυνομικά καθήκοντα. Από το 2009 συνεργάζεται σε τακτική βάση με μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και με κυβερνητικούς οργανισμούς (υπουργεία, γενικές γραμματείες κ.λπ.), ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), ενώ από τον Φεβρουάριο του 2017 συνεργάζεται με τη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας πραγματοποιώντας διαλέξεις σε θέματα αστυνόμευσης.
Αυτήν την περίοδο είναι επιστημονική συνεργάτιδα στο Κέντρο Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής της με τίτλο «Διαδικαστική Δικαιοσύνη και Εμπιστοσύνη στην Αστυνομία», πραγματοποιεί μια εκτεταμένη έρευνα διενεργώντας συνεντεύξεις βάθους με αστυνομικούς από διαφορετικές υπηρεσίες.
• Κάθε φορά μετά από ένα βίαιο επεισόδιο με πρωταγωνιστές αστυνομικούς ανοίγει η συζήτηση για την εκπαίδευσή τους. Εχουν συσταθεί επιτροπές, έχουν συνταχθεί πορίσματα, ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει. Πού αποδίδετε αυτή τη δυστοκία;
Είναι γεγονός ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης του αστυνομικού προσωπικού απασχολεί το Σώμα και την Πολιτεία συνήθως μετά από κάποιο ατυχές γεγονός και μετά από λίγο τα πράγματα επανέρχονται στην ακινησία. Στο παρελθόν έχουν γίνει ορισμένες οργανωμένες προσπάθειες επεξεργασίας προτάσεων για τη βελτίωση της αστυνομικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, με εξαίρεση την πρόσφατη προσθήκη ενός επιπλέον εξαμήνου στην εκπαίδευση των αστυφυλάκων, δεν οδήγησαν σε καμία μείζονα μεταρρύθμιση, διότι η πολιτική βούληση δεν υπήρξε ποτέ ισχυρή και εμφανίστηκαν εσωτερικές θεσμικές αντιστάσεις.
Θα έπρεπε να δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό της διαφορετικότητας, όχι μόνο με την εισαγωγή αυτόνομων μαθημάτων για τη δημοκρατική καλλιέργεια των νέων αστυνομικών, αλλά και με την εγκαθίδρυση σταθερών συνεργασιών με θεσμούς και επιστημονικές οργανώσεις, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη κ.λπ.
• Ωστόσο, είναι θέμα εκπαίδευσης ή κουλτούρας οι φρικαλεότητες που βλέπουμε κατά καιρούς; Δηλαδή, για τα πρόσφατα γεγονότα στη Νέα Σμύρνη φταίει η ελλιπής εκπαίδευση ή η κουλτούρα ατιμωρησίας και η μάτσο λογική των σωμάτων ασφαλείας;
Διάφορα τυπικά χαρακτηριστικά της αστυνομικής κουλτούρας (ο εγγενής συντηρητισμός, ο κοινωνικός απομονωτισμός, η νοοτροπία της αντιπαράθεσης που εδράζεται στο σχήμα «εμείς»/«αυτοί»), αλλά και η επίδειξη της αρρενωπότητας δυσκολεύουν πράγματι –και εκ των προτέρων– την ομαλή επικοινωνία μεταξύ αστυνομικών και πολιτών. Ωστόσο, τα «εμπόδια» αυτά μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και αναστοχασμού από τους ίδιους τους αστυνομικούς με τη βοήθεια ειδικών και την καθοδήγηση της ηγεσίας. Παράλληλα, η Πολιτεία θα πρέπει να ισχυροποιήσει περαιτέρω το πλαίσιο λειτουργίας της αστυνομικής λογοδοσίας.
Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της εκπαίδευσης είναι κομβικό. Και είναι πραγματικά λυπηρό ότι η παρούσα ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη επαναφέρει τόσο δυναμικά τους ειδικούς φρουρούς, της βραχύτατης εκπαίδευσης, στο προσκήνιο (βλ. π.χ. Πανεπιστημιακή Αστυνομία), παρακάμπτοντας το αδιάβλητο σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων, τη σημαντικότερη ίσως μεταρρύθμιση των τελευταίων δεκαετιών στον χώρο της αστυνομίας, η οποία οδήγησε στην αλλαγή της σύνθεσής της (δημογραφικά και ιδεολογικά), συντελώντας έτσι ουσιαστικά στον εκδημοκρατισμό και την αναβάθμισή της.
• Η εκπαίδευση των ανδρών της ΔΙΑΣ και των ΜΑΤ δεν ξεπερνάει τον μήνα. Πόσο επικίνδυνος είναι ένας άνθρωπος που οπλοφορεί με τόσο μικρή εκπαίδευση;
Το ερώτημα που θα πρέπει, καταρχάς, να τεθεί είναι από ποιες τάξεις του σώματος της ΕΛ.ΑΣ. προέρχεται το προσωπικό που στελεχώνει τις παραπάνω μονάδες. Είναι αστυφύλακες (με τριετή πλέον εκπαίδευση) ή ειδικοί φρουροί (με ολιγόμηνη εκπαίδευση); Είναι ειδικοί φρουροί πρόσφατα προσληφθέντες ή ειδικοί φρουροί που προσλήφθηκαν στο Σώμα αρκετά χρόνια πριν, οι οποίοι έχουν αποκτήσει σημαντική εμπειρία από το πεδίο και πλέον αναγνωρίζονται ως «αστυφύλακες»;
Πάντως, εκτός από την ατομική εμπειρία που μπορεί να έχει ο κάθε αστυνομικός που στελεχώνει τις παραπάνω υπηρεσίες, προβλέπεται επιπλέον εκπαίδευση –μερικών εβδομάδων– την οποία λαμβάνουν όσοι εντάσσονται σε αυτές. Για παράδειγμα, η εκπαίδευση που παρέχεται στα στελέχη των ΜΑΤ (ΥΜΕΤ, ΥΑΤ) είναι διάρκειας περίπου τριών εβδομάδων, η οποία περιλαμβάνει ένα μικρό θεωρητικό μέρος, παρατάξεις/σχηματισμούς διμοιριών και προσφάτως προσομοιώσεις πραγματικών περιστατικών, καθώς και μία ή δύο τριήμερες συντηρητικές εκπαιδεύσεις σε ετήσια βάση. Ωστόσο, σχεδόν όλες οι εκπαιδεύσεις υλοποιούνται αποκλειστικά από στελέχη της αστυνομίας και δεν συμμετέχουν σε αυτές ειδικοί επιστήμονες ή εμπειρογνώμονες σε θέματα διαχείρισης κρίσεων.
• Εχοντας διδάξει αστυνομικούς, πώς θα περιγράφατε τη δική τους αντίληψη για τη βία; Πώς αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους; Πόσο υπεύθυνοι ή ασύδοτοι νιώθουν;
Οι απόψεις της μεγάλης πλειονότητας για τα περισσότερα κοινωνικά ζητήματα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τις κυρίαρχες απόψεις στη δημόσια σφαίρα. Οι αντιλήψεις τους απέναντι στον νόμο είναι λίγο-πολύ παρόμοιες με αυτές που διακατέχουν τον μέσο πολίτη, ενώ σε ό,τι αφορά τη χρήση βίας, οι περισσότεροι αστυνομικοί από όσους –τουλάχιστον– συμμετείχαν στην έρευνα που διεξάγω αυτή την περίοδο εκφράστηκαν υπέρ της τήρησης των κανόνων που διέπουν τη χρήση της νόμιμης βίας.
Ωστόσο, μια μειοψηφία διακατέχεται από στερεότυπα, προκαταλήψεις ή και εχθρότητα απέναντι σε κάποιες ομάδες του πληθυσμού. Οι αστυνομικοί αυτοί νιώθουν πως δεν αξίζει να υπηρετούν όλα τα τμήματα της κοινωνίας, ενστερνίζονται συχνά ρατσιστικές, σεξιστικές και ομοφοβικές πεποιθήσεις και είναι, σαφώς, πολύ πιο επιρρεπείς σε καταχρηστικές συμπεριφορές. Αυτοί ακριβώς προκαλούν τον τεράστιο θόρυβο. Η στάση τους, μάλιστα, δεν στιγματίζεται επαρκώς ούτε από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ούτε από τη φυσική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ.
Βεβαίως, οι προβληματικές συμπεριφορές εκδηλώνονται ευκολότερα όταν το κλίμα είναι ευνοϊκό. Πολιτικές στρατηγικές τύπου «μηδενικής ανοχής» και η διάχυτη συγκρουσιακή ατμόσφαιρα που συνοδεύει ένα τέτοιο μοντέλο αστυνόμευσης διευκολύνουν ή και παρακινούν την έκφραση των πιο «θερμόαιμων». Με άλλα λόγια, οι αστυνομικοί δεν λειτουργούν ποτέ σε πολιτικό κενό.
