Επαγρύπνηση ζητά ο Αμερικανός πρόεδρος εκτιμώντας ότι η αθώωση του προκατόχου του Ντόναλντ Τραμπ στη δίκη για υποκίνηση σε εξέγερση αποτελεί υπενθύμιση ότι η δημοκρατία είναι εύθραυστη.
Ο Τζο Μπάιντεν χαρακτήρισε «θλιβερό κεφάλαιο στην Ιστορία» της χώρας το γεγονός ότι Γερουσία δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία των 2/3 του σώματος για να καταδικαστεί ο προκάτοχός του επισημαίνοντας ότι 57 γερουσιαστές -ανάμεσά τους και αριθμός ρεκόρ επτά Ρεπουμπλικάνων- ψήφισαν εναντίον του.
«Αν και η τελική ψηφοφορία δεν κατέληξε σε καταδίκη, η ουσία της κατηγορίας δεν αμφισβητείται. Ακόμη και όσοι ήταν αντίθετοι στην καταδίκη, όπως ο επικεφαλής της μειοψηφίας των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία γερουσιαστής Μιτς Μακόνελ, πιστεύουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένοχος ‘για επαίσχυντη παράλειψη καθήκοντος’ και ‘πρακτικά και ηθικά υπεύθυνος για την υποκίνηση’ της βίας που εξαπολύθηκε εναντίον του Καπιτωλίου», υπογράμμισε ο Μπάιντεν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι σκέφτεται τον αστυνομικό του Καπιτωλίου Μπράιαν Σίκνικ, ο οποίος σκοτώθηκε στη διάρκεια της κατάληψης του κτιρίου στις 6 Ιανουαρίου, τους άλλους που το φρούρησαν με γενναιότητα και όσους έχασαν τη ζωή τους. Εξήρε τη γενναιότητα όσων προσπάθησαν να προστατεύσουν την ακεραιότητα της αμερικανικής Δημοκρατίας, τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικάνων, των εκλογικών αξιωματούχων και των δικαστών, αλλά και των κοινοβουλευτικών.
«Η βία και ο εξτρεμισμός δεν έχουν θέση στην Αμερική. Και κάθε ένας από εμάς έχει καθήκον και ευθύνη ως Αμερικανοί, και κυρίως ως ηγέτες, να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια και να νικάμε τα ψεύδη», κατέληξε ο Μπάιντεν τονίζοντας την ανάγκη «να θεραπεύσουμε την ψυχή του έθνους»
Τον αθώωσαν οι Ρεπουμπλικάνοι
Είχε προηγηθεί η ιστορική δίκη στη Γερουσία κατά την οποία ο Τραμπ κρίθηκε πως δεν είναι ένοχος για υποκίνηση της επίθεσης της 5ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο πέντε ανθρώπων.
Χάρη στην ισχυρή ακόμη υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών, ο δισεκατομμυριούχος απέφυγε την καταδίκη. Αμέσως μετά την ετυμηγορία, ο πρώην πρόεδρος χαιρέτισε το τέλος ενός «κυνηγιού μαγισσών», υποσχόμενος να συνεχίσει να υπερασπίζεται «το μεγαλείο της Αμερικής».
«Ο Ντόναλντ Τραμπ διά του παρόντος απαλλάσσεται», δήλωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Πάτρικ Λίχι που προήδρευε της διαδικασίας, ανακοινώνοντας το αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας: 57 ψήφοι υπέρ της καταδίκης του, 43 κατά. Οι 50 Δημοκρατικοί χρειάζονταν 17 ρεπουμπλικανικές ψήφους προκειμένου να τον καταδικάσουν στη βάση ενός κανόνα δύο τρίτων.
«Παράλογη» κατηγορία ή ένας πρόεδρος που «πρόδωσε» τους Αμερικανούς υποστηρίζοντας τους ταραξίες; Οι δικηγόροι του Ρεπουμπλικανού δισεκατομμυριούχου και οι εκλεγμένοι Δημοκρατικοί που ανέλαβαν τον ρόλο της πολιτικής αγωγής ενώπιον της Γερουσίας διασταύρωσαν τα ξίφη τους επί πέντε ημέρες.
Διασταύρωσαν τα ξίφη τους
Οι Δημοκρατικοί ήθελαν να δουν τον Ντόναλντ Τραμπ να κρίνεται ένοχος, ώστε στη συνέχεια με μια νέα ψηφοφορία να επιτύχουν να μην μπορεί να ξαναβάλει υποψηφιότητα.
«Είναι στο εξής προφανές, χωρίς τη σκιά μιας αμφιβολίας, πως ο Τραμπ υποστήριξε τις πράξεις του παράφορου πλήθους και άρα πρέπει να καταδικαστεί. Είναι τόσο απλό», είπε ο βουλευτής Τζέιμι Ράσκιν, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών εισαγγελέων, στη σχεδόν δίωρη ομιλία του.
«Τη στιγμή που είχαμε την περισσότερη ανάγκη για έναν πρόεδρο που να μας προστατεύει και να μας υπερασπίζεται, ο πρόεδρος Τραμπ αντί γι΄αυτό μας πρόδωσε σκόπιμα. Παραβίασε τον όρκο του» να προστατεύει τη χώρα, είπε ένας από τους εννέα Δημοκρατικούς δημόσιους κατήγορους της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Ντέιβιντ Σίσιλιν.
Μετά την προβολή σοκαριστικών βίντεο από τα αιματηρά γεγονότα και αποσπασμάτων από προεδρικές δηλώσεις, οι Δημοκρατικοί κατηγόρησαν από την αρχή της δίκης τον Ντόναλντ Τραμπ ότι αποποιήθηκε τον ρόλο του ως «ανώτατος διοικητής» για να γίνει «ανώτατος υποκινητής».
Όπως είπαν, «υποδαύλισε τη δυστροπία» των οπαδών του επί μήνες με ένα «μεγάλο ψέμα» παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα «κλεμμένων» εκλογών έπειτα από «απάτες» για τις οποίες ποτέ δεν έδωσε αποδείξεις. Και στις 6 Ιανουαρίου, την ώρα που οι εκλεγμένοι του Κογκρέσου επικύρωναν τη νίκη του Τζο Μπάιντεν, «άναψε το φυτίλι», είπαν, φωνάζοντάς τους: «Χτυπάτε σαν τον διάβολο». Αφού ξεκίνησε η επίθεση, περίμενε ώρες προτού καλέσει τους οπαδούς του να «επιστρέψουν στα σπίτια τους». παρά ο καρπός μιας «πολιτικής εκδίκησης».
Προβάλλοντας με τη σειρά τους βίντεο προσεκτικά μονταρισμένα, διαβεβαίωσαν πως το μαχητικό λεκτικό του Ντόναλντ Τραμπ εγγράφεται σε μια «συνηθισμένη πολιτική ρητορική» που προστατεύεται από την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος το οποίο εγγυάται την ελευθερία της έκφρασης.
«Λίγη σημασία έχει ο απολύτως τρομερός όγκος εικόνων ταραχοποιών που μπορέσαμε να δούμε, και το επίπεδο του συναισθήματος που εισήχθη σε αυτή τη δίκη, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο κ. Τραμπ είναι αθώος» είπε από την άλλη πλευρά ένας από τους δικηγόρους του, ο Μάικλ βαν ντερ Βιν, στην αγόρευσή του.
«Το να θεωρηθεί, στη βάση των ενδείξεων που είδατε, πως ο κ. Τραμπ ήθελε πραγματικά, και προκάλεσε ουσιαστικά σκόπιμα ένοπλη εξέγερση για να ανατρέψει την αμερικανική κυβέρνηση, θα ήταν παράλογο», επιχειρηματολόγησε.
Πολύ διακριτικός μέχρι τώρα, ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής μειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, γνωστοποίησε λίγο πριν από την έναρξη της συνεδρίασης πως θα ψήφιζε υπέρ της απαλλαγής του Τραμπ. Μια «δύσκολη απόφαση» όπως είπε, η οποία χωρίς αμφιβολία σφράγισε το αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας.
Μετά την ψηφοφορία, είπε πως ο Ντόναλντ Τραμπ είναι πράγματι «υπεύθυνος» για τη βία της 6ης Ιανουαρίου αλλά η Γερουσία δεν είχε τη δικαιοδοσία να τον καταδικάσει.
Και τώρα τι;
Σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Τζο Μπάιντεν, ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο ανοίγει. Ιστορικοί θα συζητούν επί μακρόν τον αντίκτυπο της βίαιης επίθεσης της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο και τις επιπτώσεις στην αμερικανική δημοκρατία. Αλλά βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, ποιες θα είναι οι συνέπειες στους κύριους παράγοντες της πολιτικής ζωής;
Ακόμα κι αν η αγωνία ήταν σχεδόν μηδενική, η απαλλαγή στη δίκη της Γερουσίας είναι προφανώς μια ανακούφιση για τον Ντόναλντ Τραμπ. Βραχυπρόθεσμα, αυτή η ψηφοφορία του δίνει την ευκαιρία να επαναφέρει ένα από τα αγαπημένα επιχειρήματα της εκστρατείας του: να παρουσιάζεται ως μάρτυρας, το θύμα ενός αδιάκοπου «κυνηγιού μαγισσών».
Ο μόνος πρόεδρος στην ιστορία που παραπέμφθηκε δύο φορές σε δίκη στην Γερουσία, είναι επίσης ο μόνος πρόεδρος που αθωώθηκε δύο φορές. «Αυτό μπορεί να είναι ένα σύνθημα συσπείρωσης: Να διατείνεται ότι βρέθηκε αδίκως στο στόχαστρο και από την Αριστερά και από τον Τύπο», δήλωσε η Κάπρι Καφάρο, πρώην βουλευτίνα των Δημοκρατικών και καθηγήτρια στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο.
Αντιδρώντας στην απόφαση της Γερουσίας, ο Τραμπ φάνηκε να δίνει ραντεβού με το μέλλον. «Το σπουδαίο, ιστορικό και πατριωτικό κίνημά μας, Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά, μόλις άρχισε», ανέφερε σε μια ανακοίνωση που εξέδωσε λίγο μετά την αθώωση του.
Ωστόσο, η εξίσωση, που λειτούργησε κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών της προεδρικής του θητείας, έγινε πιο περίπλοκη μετά τη σκοτεινή ημέρα της 6ης Ιανουαρίου και τη βία που διαπράχθηκε από τους υποστηρικτές του.
Πολλοί Ρεπουμπλικάνοι αξιωματούχοι έχουν αποστασιοποιηθεί, κάτι που αποτελεί σημαντικό μειονέκτημα ενόψει μιας πιθανής παλινόρθωσης, ακόμη και αν η ικανότητα του δισεκατομμυριούχου μεγιστάνα να γαλβανίζει τα πλήθη παραμένει σημαντικό πλεονέκτημα.
Χωρίς αιρετό αξίωμα, στερημένος του λογαριασμού του στο Twitter, αποκλεισμένος στο γκολφ κλαμπ του στο Μαρ-α-Λάγκο, σε απόσταση μεγαλύτερη των 1.300 χιλιομέτρων από την Ουάσινγκτον, ίσως δυσκολευτεί να κάνει τη φωνή του να ακουστεί.
Ιδιαίτερα γιατί η κούρσα για τις προεδρικές εκλογές του 2024 έχει ανοίξει ήδη ορέξεις. Μία από τις πιθανές υποψήφιες για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων στις εκλογές του 2024, η Νίκι Χέιλι, έκοψε δεσμούς λέγοντας ότι ο Τραμπ δεν μπορεί να διεκδικήσει μια νέα προεδρική θητεία το 2024, θεωρώντας ότι «πρόδωσε» το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα με την επίμονη άρνησή του να παραδεχθεί την ήττα του στις προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου.
«Πήρε ένα μονοπάτι που δεν έπρεπε να είχε ακολουθήσει, και δεν θα έπρεπε να τον ακολουθήσουμε, και δεν θα έπρεπε να τον ακούσουμε. Και δεν πρέπει ποτέ να το αφήσουμε να ξεκινήσει ξανά», είπε την περασμένη Πέμπτη η πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ.
Το «εργοτάξιο» των Ρεπουμπλικανών
Αφού ευθυγραμμίστηκε -μερικές φορές απρόθυμα αλλά πάντα υπάκουα- πίσω από τον Τραμπ επί τέσσερα χρόνια, το GOP (Ρεπουμπλικανικό Κόμμα) διανύει μια περίοδο τεράστιας αναταραχής.
Μια χούφτα εκλεγμένων αξιωματούχων βοούν ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η θέση του Τραμπ και ότι αυτός είναι ο φυσικός υποψήφιος για το 2024.
«Αυτό είναι το δικό του κόμμα. Δεν ανήκει σε κανέναν άλλο», είπε πριν από λίγες μέρες, η Ρεπουμπλικανή βουλευτίνα Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, που στηρίζει από καιρό θέσεις του ακροδεξιού συνωμοσιολογικού QAnon.
Εντούτοις, πολλά ηγετικά στελέχη του κόμματος επιθυμούν μια φρέσκια αρχή. Αντιμέτωποι με δημοσκοπήσεις που παραμένουν κολακευτικές για τον Τραμπ, αναρωτιούνται πώς να γυρίσουν σελίδα: Βίαια; Αργά; Ανεπαίσθητα;
Πέρα από το τραύμα της 6ης Ιανουαρίου, το κόμμα του χρεώνει την απώλεια του ελέγχου της Γερουσίας: η άρνησή του να παραδεχτεί την ήττα του για περισσότερο από δύο μήνες «ξεχαρβάλωσε» το GOP ενόψει των εκλογών του Ιανουαρίου στην Τζόρτζια για το Κογκρέσο, με τους Δημοκρατικούς να κερδίζουν τις δύο έδρες στην Γερουσία.
Παραμένει ένα ανησυχητικό σημείο στη στρατηγική του κόμματος: η στήριξη στον Τραμπ κατά τη διάρκεια της δίκης του στη Γερουσία, που καθοδηγήθηκε από την επιθυμία να μην εξοργιστεί ο τέως πρόεδρος, μπορεί να έχει ένα εκλογικό κόστος.
Εκατό Αμερικανοί πρώην αξιωματούχοι κυκλοφόρησαν την ιδέα τις τελευταίες ημέρες για τη δημιουργία ενός νέου κεντροδεξιού κόμματος που θα συγκέντρωνε τους Ρεπουμπλικάνους που επιθυμούν την εκκαθάριση από τον Τραμπισμό. Αλλά οι πιθανότητες να σπάσει το αμερικανικό μοντέλο, το οποίο βασίζεται ιστορικά στον δικομματισμό, φαίνονται εξαιρετικά μικρές.
