Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος μιας φυλακής που λειτουργεί ως αποθήκη ανθρώπων; Ποια μπορεί να είναι τα οφέλη μιας εξοντωτικής ποινής για ένα μικροέγκλημα; Πώς μπορεί να διασφαλιστεί η προστασία μιας κοινωνίας μέσω κατασταλτικών μέτρων; Και κατά πόσο μπορούν να διαχωριστούν οι ψυχικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες από κάθε βίαιο ξέσπασμα;
Για τον Alessandro Baratta, θεμελιωτή της κριτικής εγκληματολογίας, η εγκληματικότητα είναι μια κοινωνική πραγματικότητα που δημιουργείται μέσω της διαδικασίας της εγκληματοποίησης.
Στη διαδικασία της εγκληματοποίησης, επιδρούν οι ομάδες που έχουν την εξουσία με αποτέλεσμα τα συμφέροντα που προστατεύονται από το ποινικό δίκαιο να μην είναι συμφέροντα κοινά σε όλους τους πολίτες. Κάποιοι, μάλιστα, γίνονται αποδέκτες ωμών εκφράσεων βίας, η οποία βασίζεται στην απανθρωποποίηση του Αλλου, του διαφορετικού, όρος δανεικός από τον Andre Green.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Μαρξ και ο Ενγκελς είχαν στοιχειοθετήσει -μέσα από την ανάλυση του καπιταλιστικού συστήματος- πως το έγκλημα προκύπτει από την ηθική και οικονομική εξαθλίωση των κατώτατων στρωμάτων.
Συνεπώς, ένας εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα αλλά ολόκληρο τον μηχανισμό του κράτους, της αστυνομίας και της ποινικής δικαιοσύνης, όπως υποστηρίζει και η μαρξιστική θεωρία.
Τι σχέση έχει η συστηματική ωμή αστυνομική βία με μια ανθρωποκεντρική αντεγκληματική πολιτική;
Αν οφείλουμε να κρατήσουμε κάτι από τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων είναι πως η κρατική βία διεισδύει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα η βία να γεννά βία.
Για ακόμη μία φορά. Για να πάψει ένας τέτοιος φαύλος κύκλος, θα πρέπει να προηγηθεί η παραδοχή της βίας. Αν δεν συμβεί αυτό -σε πολιτικό, κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο-, κάθε δράση θα προκαλεί αντίδραση και θα αναπαράγεται η καταστροφικότητα. Πόσο μάλλον όταν λαμβάνουν χώρα τοποθετήσεις όπως αυτή του Α’ αντιπροέδρου της ΠΟΑΣΥ και προέδρου της Ενωσης Αστυνομικών Λάρισας «Για τρεις κλομπιές στη Νέα Σμύρνη απολογούμαστε στο απλυταριό».
Σε τι έχει εκτραπεί η ελληνική αστυνομία, ένα εργαλείο διατήρησης του νόμου; Και σε τι αναγκάζεται να εκτραπεί το κοινωνικό σώμα;
Τα βίαια ξεσπάσματα δεν μπορούν να μην εντάσσονται στα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα.
Τα Συντάγματα του 20ού αιώνα περιόρισαν τη δράση των μηχανισμών καταστολής των αστικών δημοκρατιών. Η κρατική βία, ωστόσο, δεν εξαλείφθηκε, με αποτέλεσμα ο όρος κοινωνική βία να είναι πάντα δόκιμος. Οι ίδιες οι κοινωνικές δομές εμπεριέχουν βία καθώς περιθωριοποιούν ή ακόμα και απορρίπτουν κάποιες κοινωνικές κατηγορίες.
Τη διαμόρφωση της παραβατικότητας σε κοινωνικό επίπεδο και το αναπόδραστο του εγκλήματος στην κοινωνία είχε θίξει και ο Εμίλ Ντιρκέμ. Για τον Γάλλο θεμελιωτή της κοινωνιολογίας, ο εγκληματίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παρασιτικό στοιχείο αλλά ως άτομο με κοινωνική χρησιμότητα που μπορεί να αφομοιωθεί -εφόσον αναμορφωθεί- καθώς αποτελεί μια καθοριστική μορφή στην κοινωνική δομή.
Κατά πόσο, όμως, το σύγχρονο ελληνικό σωφρονιστικό σύστημα επιτελεί τον σκοπό του; Κατά πόσο επιτυγχάνεται η αναμόρφωση και επανένταξη του καταδικασθέντος στους κόλπους της κοινωνίας;
Αρχικά, η ίδια η φυλακή θεωρήθηκε ως πρωτοβουλία προόδου της ελληνικής κοινωνίας, καθώς έπαψαν παραδειγματικές εκδικήσεις που συχνά ξεπερνούσαν σε σκληρότητα τις ίδιες τις εγκληματικές πράξεις. Μέχρι που… ο ελληνικός ποινικοκατασταλτικός μηχανισμός βρέθηκε, εκ νέου, στο επίκεντρο μιας συζήτησης γύρω από την «εκδικητική πολιτική» μιας κυβέρνησης που επιλέγει τα κλομπ και τη νομιμοποιημένη συστηματική ταπείνωση του Αλλου, αντί να αναλαμβάνει την ευθύνη της κρατικής βίας, μια κυβέρνησης που επιμένει στα «κάγκελα» αντί να δημιουργεί ένα σωφρονιστικό σύστημα που θα επιτύχει μακροπρόθεσμα την «κοινωνική αποκατάσταση», όπως η Νορβηγία, και θα δείξει στους πολίτες -καταδικασθέντες και μη- άλλες οδούς διαφυγής πέρα από τη βία.
Το νορβηγικό σωφρονιστικό σύστημα έχει δώσει εδώ και χρόνια μια εξαιρετικά ανθρώπινη απάντηση στη βία, μέσα από τη στέρηση της ελευθερίας του δράστη αλλά όχι τη στέρηση της αξιοπρέπειάς του. Παρέχει σε όλους ανεξαιρέτως τους κρατούμενους πρόσβαση σε βιβλιοθήκες και σεμινάρια και έναν αξιοπρεπή χώρο διαβίωσης, στοχεύοντας στην αναμόρφωση μέσα από την παιδεία.
Από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας Halden, όπου στους τοίχους κρέμονται πίνακες μοντέρνας τέχνης, ενώ οι καταδικασθέντες για τρομοκρατία έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα φιλοσοφίας και ψυχολογίας, μέχρι το πρότυπο σωφρονιστικό ίδρυμα του νησιού Bastøy, όπου παραχωρείται η ελευθερία για ψάρεμα, κολύμπι και ιππασία σε όλους όσους εκτίουν εκεί την ποινή τους.
Η Νορβηγία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, επενδύει στη μη αναπαραγωγή της βίας και στην επανένταξη των καταδικασθέντων. Η βία ξεσπά, ως γνωστόν, όταν επέρχεται ματαίωση, όταν απουσιάζει η δημοκρατική δομή και κυριαρχεί η αίσθηση πως οι νόμοι δεν εφαρμόζονται απ’ όλους. Και έπειτα αρκετά συχνά τα πρότυπα βίας καταλήγουν να συγκροτούν ιδιότυπους τύπους κοινωνικοποίησης, δηλαδή άλλους τρόπους εγγραφής στον κοινωνικό δεσμό.
Θα πρέπει, συνεπώς, να ανοίξει επειγόντως εκ νέου και εδώ μια συζήτηση γύρω από το ποινικοκατασταλτικό σύστημα με στόχο τον εξανθρωπισμό της θεραπείας του εγκληματία -όπως σημείωνε ο Ζακ Λακάν- αλλά και τον εξανθρωπισμό των αστυνομικών δυνάμεων. Διότι δεν βοηθάει σε τίποτα ο απόλυτος απανθρωπισμός και τερατοποίηση του υποκειμένου που προβαίνει σε ειδεχθή εγκληματική πράξη. Είτε πρόκειται για θεματοφύλακες του νόμου, είτε για αρνητές της εξουσίας.
Και όταν θα έχουμε αλλάξει την αστυνομία και τις φυλακές μας, θα έχουμε εξανθρωπίσει και το κράτος. Και τότε, ίσως να είμαστε εν πλω για να αλλάξουμε και τον κόσμο.
