Παρουσία του Μπάιντεν στην τηλεδιάσκεψη κορυφής της Ε.Ε. αμέσως μετά την παρουσία του Μπλίνκεν στη βελγική πρωτεύουσα, που είναι η έδρα της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.
Πρόκειται για μια κραυγαλέα αντίφαση μεταξύ επικοινωνιακής διαχείρισης και της σκληρής πραγματικότητας που κυριαρχεί στη Διατλαντική Σχέση.
Η επικοινωνιακή διαχείριση θα μπορούσε να στηρίξει την ψευδαίσθηση επιστροφής της Διατλαντικής Σχέσης στην κανονικότητα μετά τη δοκιμασία του επιθετικού απομονωτισμού του Τραμπ για μια τετραετία.
Η σκληρή πραγματικότητα θα μπορούσε να συνοψιστεί ως ηρεμία πριν από τη θύελλα, ως πρελούδιο μιας δοκιμασίας όπου θα κριθεί η αντοχή και η επιβίωση της Διατλαντικής Σχέσης.
Στην κορύφωση της πανδημίας και με απροσδιόριστο το κόστος της ανάκαμψης για την επόμενη μέρα οι ΗΠΑ πιέζουν την Ε.Ε. και κατά κύριο λόγο τη Γερμανία να ευθυγραμμιστούν συνολικά με την πολιτική επιθετικής ψυχροπολεμικής ανάσχεσης της Ρωσίας και της Κίνας που έχει επιλέξει η κυβέρνηση Μπάιντεν.
Οι ΗΠΑ ζητούν από την Ε.Ε. να οριοθετήσει την εξάρτησή της από τις εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα αλλά και να περιορίσει τη διείσδυση του Πεκίνου μέσω επενδύσεων και εξαγορών στη Γηραιά Ηπειρο.
Την ίδια στιγμή οι Μπάιντεν – Μπλίνκεν υπό την απειλή κυρώσεων απαιτούν από το Βερολίνο να διακόψει την ολοκλήρωση της κατασκευής του αγωγού Nord Stream-2, να υποθηκεύσει δηλαδή τη μακρόχρονη εγγύηση της ενεργειακής της επάρκειας και ασφάλειας στο όνομα της αποτροπής μιας στρατηγικής ομηρίας της από τη Μόσχα.
Tα παραπάνω νομιμοποιούν το εύλογο ερώτημα, αν πρόκειται κυρίως για ρητορική πλειοδοσία με στόχο την ενίσχυση της αξιοπιστίας του αφηγήματος Μπάιντεν περί επιστροφής των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή ή καλύτερα μιας ολικής επαναφοράς της μόνης υπερδύναμης.
Η απάντηση βρίσκεται στις κυρώσεις που θα επιβληθούν από τις ΗΠΑ σε βάρος της Ρωσίας και της Κίνας, αν δηλαδή θα είναι συμβολικές ή ουσιαστικές.
Η σκληρή ρητορική των Μπάιντεν – Μπλίνκεν εμπεριέχει τον κίνδυνο της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, δηλαδή να προκαλέσει πρώτον μια συνολική προσέγγιση Ρωσίας – Κίνας και στη συνέχεια για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου να διαμορφώσει ένα διευρυμένο μέτωπο δυσαρεστημένων από τις επιλογές της Ουάσινγκτον.
Η προσέγγιση Ρωσίας – Κίνας κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι, με τη Μόσχα να έχει όλους τους λόγους να είναι καχύποπτη για την απειλή που συνιστά για την αραιοκατοικημένη Σιβηρία μια δυναμική κινεζική οικονομική διείσδυση.
Μέχρι τώρα όλα τα κέντρα ισχύος του πλανήτη, παλαιά και αναδυόμενα, επιδίωκαν όχι την αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ, ούτε καν την εξισορρόπησή της με συμμαχίες και συσπειρώσεις, αλλά τη δημιουργία μιας ειδικής σχέσης με την Ουάσινγκτον.
Είκοσι χρόνια πριν, Πεκίνο και Μόσχα ζητούσαν να διασφαλίσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα στο πλαίσιο μιας Pax Americana την οποία δεν αμφισβητούσαν.
Οταν τον Σεπτέμβριο του 2001 οι ΗΠΑ δέχτηκαν τα τρομοκρατικά πλήγματα στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον και αποφάσισαν να εισβάλουν στο Αφγανιστάν, η Ρωσία του Πούτιν άναψε πράσινο φως στη χρήση από τις αμερικανικές δυνάμεις στρατιωτικών βάσεων στην πρώην Σοβιετική Κεντρική Ασία.
Οι ΗΠΑ διακινδυνεύουν όχι μόνο την προσέγγιση της Μόσχας με το Πεκίνο, αλλά και τη στήριξη από το Βερολίνο μιας στρατηγικής χειραφέτησης της Ε.Ε. στη διεθνή σκηνή.
Μια κραυγαλέα περίπτωση αυτοεκπληρούμενης προφητείας, όπου αντί της επιβράδυνσης και πολύ περισσότερο ματαίωσης μιας δυσμενούς εξέλιξης πριμοδοτείται η επιτάχυνσή της.
