Εμμεσο μήνυμα ότι δεν πρόκειται να ανεχθούν παιχνίδι με τα κρατικά ομόλογα -που συντελεί σε άνοδο του κόστους δανεισμού των κυβερνήσεων και δυσχεραίνει την εξυπηρέτηση του χρέους τους, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική ανάκαμψη- έστειλαν προς τις αγορές τις τελευταίες ημέρες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η αμερικανική FED.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ διεμήνυσε χθες σε ομιλία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι η τράπεζα του ευρώ δεν προτίθεται να αντιδράσει σε τυχόν ανοδικές εξάρσεις του πληθωρισμού κατά τη διάρκεια της χρονιάς αλλάζοντας τη συνταγή της πολιτικής που εφαρμόζει.
«Δεν πρόκειται να επικεντρωθούμε σε εξάρσεις, σε μη διατηρήσιμες κινήσεις [των τιμών]… Δεν μπορούμε να συγχέουμε το δάσος με το δέντρο. Σε μια βραχυπρόθεσμη κίνηση του πληθωρισμού εξαιτίας κάποιων παροδικών παραγόντων δεν χρειάζεται να προκαλέσεις κάποια συγκεκριμένη κίνηση», τόνισε η Λαγκάρντ στους ευρωβουλευτές.
Στο ίδιο μήκος κύματος μία μέρα νωρίτερα ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, Ζερόμ Πάουελ, προέβλεψε ότι οι τιμές θα σημειώσουν ένα προσωρινό μόνο άλμα στη μέση της χρονιάς και διεμήνυσε ότι η Fed δεν πρόκειται να αγγίξει τα επιτόκια από τα σημερινά, σχεδόν μηδενικά επίπεδα πριν από το… 2023. Το μήνυμα των δύο κεντρικών τραπεζιτών ήταν κάτι παραπάνω από σαφές: Μην ελπίζετε σε αύξηση επιτοκίων, δεν καιγόμαστε για τον πληθωρισμό.
Τους τελευταίους δύο μήνες οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν μπει σε συνεχή τροχιά ανόδου. Η άνοδος αυτή αποδόθηκε με ομοβροντία εκτιμήσεων αναλυτών της αγοράς σε επικείμενη άνοδο του πληθωρισμού λόγω της ισχυρής οικονομικής ανάκαμψης που θα προκαλέσουν τα νέα κορονο-πακέτα τόνωσης των κυβερνήσεων. Στην προοπτική αυτή προεξοφλείται ότι οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να προβούν σε σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής και αύξηση των επιτοκίων τους.
Το σενάριο αυτό, που παίζεται ευρέως στα μεγάλα διεθνή οικονομικά ΜΜΕ, χωλαίνει καθώς αφήνει κατά μέρος τη δεινή ακόμη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και τη μεγάλη αβεβαιότητα που υπάρχει για την εξέλιξη της πανδημίας. Υπερεκτιμά τον κίνδυνο πληθωρισμού και προκαλεί ενστάσεις. Είναι αστείο να πιστεύει κανείς ότι με τα χάλια που έχει σήμερα η παγκόσμια οικονομία όταν θα ξαναπάρει εμπρός αργότερα φέτος θα εμπλακεί αμέσως σε… πληθωριστικό σπιράλ.
Το πιο πιθανό είναι ότι καθώς η οικονομία θα ανακάμπτει στη διάρκεια της χρονιάς, θα υπάρξουν κάποια ανοδικά άλματα των τιμών, που όμως δεν θα επηρεάσουν σημαντικά το γενικό τους επίπεδο το οποίο αναμένεται και από τις δύο τράπεζες κοντά στους στόχους που αυτές είχαν προ πανδημίας. Μια τέτοια εξέλιξη δεν δικαιολογεί ούτε αλλαγή νομισματικής πολιτικής ούτε αύξηση επιτοκίων, όπως προεξοφλεί η τρέχουσα άνοδος στις αποδόσεις των ομολόγων.
Οικονομική ανάκαμψη
Κύριο μέλημα των κεντρικών τραπεζών δεν είναι ο πληθωρισμός σήμερα αλλά η οικονομική ανάκαμψη που, όπως τόνισε προχθές ο Πάουελ, «παραμένει άνιση και αρκετά μακριά από την ολοκλήρωσή της».
Γι’ αυτό και οι δύο τράπεζες ανακοίνωσαν ότι συνεχίζουν την παροχή άπλετης ρευστότητας στην οικονομία με τα προγράμματα αγοράς ομολόγων που ακολουθούν μετά την πανδημία. Η ΕΚΤ διεμήνυσε μάλιστα την προηγούμενη εβδομάδα, μετά την τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου, ότι θα αυξήσει σημαντικά τις αγορές ομολόγων το επόμενο τρίμηνο. Το πρόγραμμα επειγουσών αγορών τίτλων λόγω της πανδημίας (PEPΡ), που ξεκίνησε πριν από έναν χρόνο, αγγίζει το 1,85 τρισ. ευρώ και πρόκειται να διαρκέσει τουλάχιστον 12 μήνες ακόμη.
