ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Του Παντελή Κυπριανού *

Δύο ήταν τα βασικά κριτήρια της ψήφου στις δυτικές χώρες: η κοινωνική τάξη και η θρησκεία. Οι φτωχότεροι ψήφιζαν αριστερότερα. Οι κοντινότεροι στην Εκκλησία, κόμματα συγγενή τους, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα χριστιανοδημοκρατικά. Αυτά, βέβαια, πάντα σε συνάρτηση με τη δομή και τη δυναμική του πολιτικού πεδίου. Σε ορισμένες χώρες, τις λιγότερο οικονομικά ανεπτυγμένες, όπως η Ελλάδα πριν από το 1967, ειδικό βάρος είχαν οι πελατειακές σχέσεις. Προσθέτω σε αυτά και τον ρόλο των ιδεών, όπως ανέλυσαν ο Μ. Βέμπερ και ο Α. Γκράμσι.

Τις τελευταίες δεκαετίες κάποια πράγματα άλλαξαν. Στη δεκαετία του 1970, με την ανάδυση των κινημάτων έγινε λόγος για μεταϋλικές εκλογικές συμπεριφορές, για ανθρώπους δηλαδή, ιδιαίτερα νέους και καλλιεργημένους, που ψηφίζουν με γνώμονα αξίες: ελευθερίες, δικαιώματα, ισότητα, περιβάλλον. Υπό μια τέτοια οπτική μπορούμε να δούμε και τη γυναικεία ψήφο που διαφοροποιείται διαρκώς από αυτήν των ανδρών. Οι γυναίκες ψηφίζουν δυσκολότερα πολιτικούς με συμπεριφορά ματσό (βλ. Τραμπ), που εστιάζουν στη σωματική δύναμη και τη βία, ακροδεξιά και φασιστικά κόμματα, ακόμη κι αν αυτά, όπως σπάνια συμβαίνει, έχουν ηγέτη γυναίκα, ή κόμματα και κυβερνήσεις όπου η παρουσία των γυναικών είναι αναιμική.

Το ερώτημα είναι πώς αλλάζει η εκλογική συμπεριφορά; Μελέτες έδειξαν ότι εκείνοι που ανελίσσονται κοινωνικά μετακινούνται σταδιακά δεξιότερα. Συνεπακόλουθο η αλλαγή προτίμησης και σ’ έναν βαθμό η εκλογική μεταστροφή με την ηλικία. Δεν γινόμαστε εκ προοιμίου με τον χρόνο συντηρητικότεροι, βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς μετά την αλλαγή της δικής μας κοινωνικής συνθήκης.

Εξίσου σημαντική είναι η δυναμική του πολιτικού πεδίου. Σε γενικές γραμμές, ισχύει η θέση του ψυχολόγου Τ. Σκιτόφσκι για την επιλογή αγαθών. Οταν αγοράζουμε κάτι υπερασπιζόμαστε για καιρό την επιλογή μας – εκτός αν αποδειχθεί εκδήλως εσφαλμένη.

Στη δυναμική του πολιτικού πεδίου υπεισέρχονται δυο πρόσθετοι παράγοντες. Η σημασία που δίνει ο ψηφοφόρος στην ψήφο του. Και η εικόνα για τα κόμματα ανταγωνιστές. Αν θεωρούμε τις εκλογές ήσσονος σημασίας, αλλάζουμε ευκολότερα επιλογή. Αν πάλι θεωρούμε τα άλλα κόμματα λιγότερο καλά από το δικό μας, τότε διατηρούμε την ίδια στάση ή στρεφόμαστε σε ένα όμορο κόμμα –όχι το ανταγωνιστικό– για να μη βλάψουμε το αρχικό μας. Ολα αυτά βέβαια ανάλογα με την ιστορία και κυρίως τη δυναμική των κομμάτων.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να διαβάσουμε τις δημοσκοπήσεις. Η διαπίστωση κοινή: η κυβέρνηση Μητσοτάκη υποχωρεί διαρκώς και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δεν καρπώνονται τη φθορά. Πιθανότατα η τάση θα συνεχιστεί και θα διευρυνθεί το ποσοστό των αναποφάσιστων. Το φαινόμενο είναι σύνθετο, δεν ανάγεται στην απλή αδυναμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης, της αξιωματικής κατά πρώτον. Μπορεί, αντίθετα, να αναλυθεί υπό το φως των προηγούμενων επισημάνσεων.

Εδώ και καιρό, πολλοί νέοι δεν πολυνοιάζονται για τα δρώμενα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Συνακόλουθα δεν δηλώνουν κομματική προτίμηση και αλλάζουν ευκολότερα εκλογική στάση. Ετσι και η στάση τους να μην απαντούν σε δημοσκοπήσεις και τα χαμηλά ποσοστά προτίμησης για τα κόμματα.

Ομόλογη τάση προς τους αναποφάσιστους διακρίνουμε και στις άλλες ομάδες του πληθυσμού. Στους άνδρες μεταξύ 35-55 ετών και ακόμη περισσότερο στις γυναίκες, ιδιαίτερα στις νεότερες. Το ίδιο ισχύει αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα με τους ψηφοφόρους άνω των 55. Πρόκειται για τη γενιά του Πολυτεχνείου που γαλουχήθηκε με τις ιδέες της Αριστεράς αλλά μέρος της, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, γοητεύτηκε από τον σημιτικό εκσυγχρονισμό και συμμερίζεται τις ιδέες του ακραίου Κέντρου.

Οι αυξανόμενες μετακινήσεις προς τους αναποφάσιστους δεν σημαίνουν ότι όλα τα πεδία εκλογικών επιλογών είναι ανοιχτά. Εκτός από συνταρακτικά συμβάντα, μπορούμε να διακρίνουμε τάσεις προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Δύσκολα οι νέοι θα ψηφίσουν το κυβερνών κόμμα το οποίο ενδέχεται στις επόμενες εκλογές να πάρει πολύ χαμηλά ποσοστά. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με τις ασκούμενες αυταρχικές πολιτικές και τις συνεχείς αστοχίες του Κ. Μητσοτάκη –όπως η πρόσφατη «νουθεσία» στη βουλή– καθιστούν το ενδεχόμενο αυτό ορατό. Κάτι ανάλογο θα έλεγα και για την ψήφο των γυναικών.

Αντίθετα, στους άνω του 55 η δυσφορία δύσκολα θα μετατραπεί σε μεταστροφή της ψήφου. Εκεί θα λειτουργήσει η θέση του Σκιτόφσκι, η λογική του «κακού» ανταγωνιστή. Ακόμη όμως και έτσι, οποιοδήποτε κόμμα δεν μπορεί να κυβερνήσει με ένα τμήμα πληθυσμού, ιδιαίτερα το συγκεκριμένο. Γι’ αυτό το μέλλον δεν προοιωνίζεται καθόλου ευοίωνο για την παρούσα κυβέρνηση.

* καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών