ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προφάσεις εν αμαρτίαις ή τα ίδια έκανε και η χούντα! Δεν είναι ότι η ρύθμιση για την πανεπιστημιακή αστυνομία είναι αντισυνταγματική καθώς στρέφεται εναντίον του αυτοδιοίκητου του Πανεπιστημίου, συνιστώντας ακόμη μία υποχώρηση στις θεμελιακές ελευθερίες αυτού του τόπου. Δεν είναι ότι αντιτίθεται σύσσωμη η πανεπιστημιακή κοινότητα. Δεν είναι ότι ακόμη και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων διατυπώνει αντιρρήσεις.

Δεν είναι ότι ήδη η αστυνομία μπορεί να επεμβαίνει στον χώρο των Πανεπιστημίων όταν διαπράττονται αδικήματα και δεν το έχει πράξει ακόμη και όταν έχει εγκληθεί να το πράξει. Δεν είναι ούτε η βίαιη συμπεριφορά της αστυνομίας ενάντια στους νέους, είτε διαδηλώνουν είτε όχι. Δεν είναι ότι σε καμία δημοκρατική χώρα δεν υφίσταται ανάλογο σώμα που έρχεται να υποστείλει μια κουλτούρα αιώνων σε ό,τι αφορά την ακαδημαϊκή ελευθερία. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει βία στα Πανεπιστήμια, όπως τουλάχιστον εμφανίζεται στα ΜΜΕ, που να δικαιολογεί ένα τέτοιο μέτρο.

Δεν είναι ούτε το γεγονός ότι ακόμη και όταν εγείρονται θέματα προστασίας έμψυχου και άψυχου υλικού στα Πανεπιστήμια δεν έχουν διατεθεί οι πόροι στα ιδρύματα προς αυτόν τον σκοπό – πόροι που με σχέδιο νόμου θα στερηθούν από το εκπαιδευτικό και ερευνητικό τους έργο προς ενίσχυση της ασφάλειας.

Το ερώτημα είναι, όπως το διατύπωσε ο καθηγητής Παντείου και πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου, Ξενοφών Κοντιάδης, ποιος θα είναι ο κερδισμένος από μια τέτοια ρύθμιση; Και κερδισμένοι είναι «όσοι επωφελούνται από την ευκαιρία να υποκαταστήσουν το δημόσιο Πανεπιστήμιο και χαμένη είναι η ελληνική κοινωνία».

Τα παραπάνω αποτελούν μερικά από τα αιχμηρά σημεία στη διαδικτυακή συζήτηση της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου για τη δημιουργία πανεπιστημιακής αστυνομίας, στην οποία συμμετείχαν, εκτός από τον προαναφερθέντα πανεπιστημιακό, ο συνάδελφός του στο Πάντειο και υφυπουργός Παιδείας Αγγελος Συρίγος και ο πανεπιστημιακός Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, κοσμήτορας στη Σχολή Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Τη συζήτηση, η οποία συγκέντρωσε το ενδιαφέρον περισσότερων των 300 ατόμων που την παρακολούθησαν, συντόνισε ο πρόεδρος της ΕλΕΔΑ Γιάννης Φ. Ιωαννίδης, επισημαίνοντας τους κινδύνους που απορρέουν από την προτεινόμενη ρύθμιση και θυμίζοντας αστυνομικές απόπειρες περιορισμού της ακαδημαϊκής ελευθερίας περισσότερο από μισό αιώνα πριν ως αποτέλεσμα του μετεμφυλιακού κράτους και της «καχεκτικής δημοκρατίας».

Αποστομωτικός Συρίγος

Από την πλευρά του ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, θέλοντας να δείξει τη… συνέχεια του επιτελικού κράτους, απάντησε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι το νομοσχέδιο εμπνέεται από τη χούντα καθώς «από το 1969 είχε ιδρυθεί αστυνομικό τμήμα μέσα στις πανεπιστημιουπόλεις» και ενώ παραδέχθηκε ότι το πρόβλημα της «ανομίας» δεν αφορά το σύνολο των Πανεπιστημίων, εντοπίζοντάς το σε τέσσερα ιδρύματα [Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Πανεπιστημιούπολη Πάτρας και Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ)], επέμεινε στη λογική ότι κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά για να υπερασπιστεί το σχέδιο νόμου, αναφέροντας πέρα από το προσωπικό του βίωμα και άλλα επεισόδια στα Πανεπιστήμια τα οποία κατά τη γνώμη του έχουν εγκαταστήσει ένα πλαίσιο φόβου που υπαγορεύει τις αντιδράσεις.

Ο καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης τού θύμισε ότι έτσι ακριβώς ξεκίνησε η χειραγώγηση των Πανεπιστημίων στην Τουρκία, τη μόνη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης με αστυνομία στα Πανεπιστήμια, θεωρώντας το μέτρο ατελέσφορο για να περιφρουρήσει τις υπαρκτές ανάγκες ασφαλείας του Πανεπιστημίου και υπονομευτικό των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Εγκάλεσε την πολιτεία που δεν διέθεσε ανάλογους πόρους για την προστασία των Πανεπιστημίων, αναγνωρίζοντας ότι χρειάζονται περιφρούρηση, αλλά στο πλαίσιο μιας διαφορετικής κουλτούρας που διασφαλίζεται με ακαδημαϊκούς και όχι κατασταλτικούς όρους, και αναρωτήθηκε γιατί η αστυνομία δεν παρεμβαίνει όταν γίνεται τέλεση εγκληματικών πράξεων και όταν της ζητείται, τώρα που έχει καταργηθεί το άσυλο, αναφερόμενος στο πρόσφατο περιστατικό με το «κορόνα πάρτι» στο ΑΠΘ, όταν η αστυνομία αγνόησε τις εκκλήσεις του πρύτανη να παρέμβει. Θύμισε επίσης ότι ακόμη και τις προπαραμονές της εισβολής των τανκς στο Πολυτεχνείο, στις 15/11/73, η δικτατορία ζήτησε την άδεια της Συγκλήτου για να επέμβει.

Κοινοί στους πανεπιστημιακούς κάποιοι άλλοι φόβοι, ότι η μόνιμη παρουσία κρατικών δυνάμεων καταστολής θα τα μετατρέψει σε μόνιμο πεδίο μάχης.

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης ανέτρεψε το αφήγημα ότι τα Πανεπιστήμια αποτελούν χώρο ανομίας, αφού στην πλειονότητα των σχεδόν 30 ιδρυμάτων δεν υπάρχει καθόλου παραβατικότητα, εκφράζοντας επίσης την ανησυχία αναζωπύρωσης εντάσεων με την παρουσία της αστυνομίας, δεδομένου του υπερβάλλοντος ζήλου της στη χρήση βίας ιδιαίτερα κατά νέων και φοιτητών, δίνοντας πρόσφατα παραδείγματα. Και επισήμανε την έλλειψη μέσων για τη δυνατότητα φυλακτικού προσωπικού το οποίο θα ανήκει στο σώμα των διοικητικών υπαλλήλων του Πανεπιστημίου, συμβάλλοντας έτσι στον περιορισμό των προβλημάτων. Τόνισε ότι η αστυνομία αποτελεί φραγμό στην εγγύηση ότι το Πανεπιστήμιο είναι ανοιχτό στην κοινωνία και πως είναι θέμα των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας να δείξουν ότι δεν χωρούν ενέργειες βίας σε αυτήν.

Η απαρίθμηση ακραίων περιστατικών, απειλών και προσωπικών βιωμάτων που προκάλεσαν φόβο σε μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας («έτρεμε το φυλλοκάρδι μου», «φυγαδεύσαμε συνάδελφο που είχε διατελέσει υπουργός Παιδείας») από περιφερόμενες βίαιες ομάδες ήταν οι λόγοι που προέβαλε ο υφυπουργός για να επικαλεστεί την αναγκαιότητα της αστυνομίας, χωρίς ωστόσο να απαντήσει πειστικά στο αν έχει λάβει υπόψη της η κυβέρνηση στην κατάρτιση του νομοσχεδίου ότι το σώμα που επιστρατεύει για την επίλυση του προβλήματος ασκεί κατασταλτική βία και συχνά εκτός ορίων.

Στον υφυπουργό οι συνάδελφοί του καθηγητές θύμισαν ότι τα στοχοποιημένα όπως και τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια παράγουν αριστεία και πως δεν είναι αυτή η λύση, καλώντας την κυβέρνηση να το ξανασκεφτεί γιατί πρόκειται να διαπράξει ένα μεγάλο λάθος. Αν και αναγνώρισαν τα υπαρκτά προβλήματα, ανέφεραν ότι αυτά μπορούν να απαντηθούν από την ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία είναι υπεύθυνη να περιφρουρήσει την ελευθερία της και από τη βία. Ο υφυπουργός αναφέρθηκε στην αποτυχία αντιμετώπισης των προβλημάτων 46 χρόνια τώρα, προβλημάτων που επιβάλλουν αυτή τη λύση.

Κλείνοντας ο συντονιστής της εκδήλωσης μετέφερε μερικά από τα σχόλια όσων παρακολούθησαν τη συζήτηση, που καλούσαν την κυβέρνηση να δει αν θα μπορούσε να ρυθμίσει διαφορετικά το ζήτημα όταν οι αποδέκτες έχουν σοβαρές αντιρρήσεις, δεδομένης της καθολικής αντίθεσης της ακαδημαϊκής κοινότητας και του γεγονότος ότι δεν είναι πρόσφορη η αντιμετώπιση του φόβου και της παραβατικότητας που ενίοτε μπορεί να δημιουργείται με ένα σώμα το οποίο συνοδεύει η κουλτούρα της καταχρηστικής βίας.