Εποχή πανδημίας του κορονοιού.
Περίοδος που η συλλογική ανάγκη για ζωντανούς κοινωνικούς δεσμούς, εν μέσω απαγορεύσεων και διάσπαρτων αποκλεισμών, τίθεται σε ερώτημα.
Σχεδόν έναν χρόνο μετά την έναρξη της πανδημίας σε παγκόσμιο επίπεδο, ο μερικός απολογισμός των μέτρων της πολιτείας σε συνδυασμό με την επικείμενη απειλή του «τρίτου κύματος» του Covid-19 ξαναζωντανεύει ερωτήματα για διάρρηξη των δεσμών σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Αφήνονται ανοιχτά ερωτήματα για το τι εν γένει θα καλύπτει η νέα διαπραγμάτευση της ελευθερίας του προσώπου.
Στο όνομα μιας δυνατής κρίσης, που χρόνια πριν είχε κάνει την εμφάνισή της σε πολλά άλλα πλαίσια της ζωής (οικονομική, της πολιτικής του καθημερινού βίου, πολιτιστική, κοινωνική), η είσοδος μιας πανδημίας έρχεται προστακτικά να υφάνει νέους τρόπους ύπαρξης στο πορώδες σύμπαν ενός ατομικιστικού τρόπου σχέσεων που εκπαιδευτήκαμε.
Προτροπές της κυρίαρχης αφήγησης για δεσμεύσεις του τύπου «Μένουμε Σπίτι» όπως και η προώθηση της έννοιας της «ατομικής ευθύνης» σε μια τέτοια συλλογική κρίση οριοθετούν πλέον τις ανθρώπινες σχέσεις, συνάμα συγκαλύπτουν την έννοια της αντίστασης και της ενδυνάμωσης των ψυχικών μας αποθεμάτων. Μαθαίνουμε να συνδεόμαστε από μακριά. Μόνιμη κατοικία μας πια η συγκατοίκηση του οικείου με έναν επικείμενο εγκλεισμό.
Το άγχος του επαναλαμβανόμενου ακούσματος γύρω από το ποσοστό των θανόντων κάθε άλλο παρά μας ανταμώνει με μια ρωγμή ελπίδας για το μέλλον. Μας θάβει στο παρόν προτού πεθάνουμε. Ετσι, εγκαταλείπεται η δυνατότητα να βρεθούν ενδυναμωμένες ιστορίες συλλογικής δράσης που να γονιμοποιούν τον εσωτερικό διάλογο για ενδυνάμωση. Μια μόνιμη «απροθυμία» να φροντίσουμε τον εαυτό μας και τους δίπλα μας επισκιάζει την καθημερινότητά μας.
Συνάμα, η επίκληση των διαγγελμάτων του πρωθυπουργού για την ιογενή ασθένεια, του Covid-19, και η συνεχής χρήση του μονοσήμαντου λόγου ότι «η ατομική ευθύνη έχει κομβική σημασία για την πρόληψη», μπορεί να ιδωθεί και από έναν άλλο φακό. Εκείνον που εμπνέει ή ενεργοποιεί πρακτικές φόβου, θλίψης, ενοχών, άγχους και αντίδρασης απέναντι σε πρακτικές αυτο-αστυνόμευσης και αυτο-δέσμευσης με όλα τα συνοδά συναισθήματα που ακολουθούν. Οταν μάλιστα απεμπολούμε τις ευθύνες διαφύλαξης της δημόσιας υγείας, της ψυχικής ανθεκτικότητας, κάτι τέτοιο πρέπει να μας τρομάζει.
Μια τέτοια κανονικότητα συνιστά ψυχικό τραύμα. Ο,τι διαρρηγνύει τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, υπερ-καθορίζοντάς το, χωρίς να του δίνεται χώρος για έκφραση, ακυρώνει τον υποκειμενικό χρόνο και το νόημα. Εγκυμονεί γνωστικές στρεβλώσεις και αλληλουχίες ρωγμής στον αυτοβιογραφικό εαυτό.
Οι αφηγηματοποιημένες εμπειρίες μας θα αναπαριστούν έναν δρώντα κόσμο, που οι αφηγήσεις θα εξημερώνουν την έκπληξη, τα όνειρά μας, την ενδυνάμωση του εαυτού, ή μήπως θα προάγονται αυτοβιογραφικές συμβάσεις διχασμένες σε κόσμους αντιφάσεων;
Ενας ψυχικός κόσμος απογυμνωμένος από την πολυφωνία και τη σύνδεση με τον εαυτό και τους άλλους αποπλαισιώνεται από την ιστορία του. Γιατί η προσωπική πορεία του καθενός μας είναι μέρος μιας συνεχούς κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ταυτότητας. Περιλαμβάνει όνειρα, αξίες, προθέσεις, δεσμεύσεις, κίνητρα και στόχους και όσο αδυνατεί να πυκνώσει φωνές αντίστασης απέναντι σε πολιτικές ρητορικών που αποσυνδέουν τον εαυτό από το πλαίσιο τόσο εκγυμνάζεται ο εσωτερικός διχασμός.
Μήπως πρακτικές κοινωνικού ελέγχου και εσωτερικευμένων κανονιστικών προτύπων, συνεπικουρούμενες μέσα από τις επιστήμες, όπως τη νευροπολιτική και τη βιογενετική, θα σηκώνουν το πανί της ρύθμισης της ζωής;
Ο «εαυτός» πώς θα συν-κατασκευάζεται; Mέσα από το συγκείμενο ενός κοινωνικού διαλόγου που θα προάγει ένα παράθυρο επιτήρησης, μέσα από τη θυσία «της ασφάλειας» του δίπλα και του εαυτού; Ποιος ξέρει!
Μη λησμονούμε ότι κάθε γνώση είναι πολιτική πράξη και η ανάγκη προστασίας με μέτρα που προσλαμβάνουν την επιβράβευση μιας ηθικής που προτάσσει την αυτο-αστυνόμευση, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να χρωματίζει έναν νέο τύπο οντολογίας του ανθρώπινου προσώπου.
Η σχέση θα φαντάζει άραγε «ουτοπία»;
* ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής
