Ανεξέλεγκτη παραμένει η κατάσταση στην Ολλανδία, όπου η απόφαση της (υπηρεσιακής) κυβέρνησης του Μαρκ Ρούτε να επιβάλει την πρώτη νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας από τη γερμανική κατοχή για να σταματήσει την εξάπλωση της πανδημίας έβγαλε στους δρόμους ένα ετερόκλητο πλήθος διαδηλωτών με πολύ διαφορετικά κίνητρα: ένα πλήθος που, μετά τις πρώτες βίαιες προσπάθειες της αστυνομίας να το διαλύσει, γρήγορα εξελίχθηκε σε πολλούς μικρούς και άτακτους όχλους, που εδώ και τρεις νύχτες αψηφούν την απαγόρευση και βρήκαν ευκαιρία να σπάσουν ό,τι βρίσκουν μπροστά τους στις μεγάλες πόλεις, όπως το Αμστερνταμ, το Ρότερνταμ και η Χάγη, αλλά ακόμη και σε χωριά!
Παρά τις χτεσινές προειδοποιήσεις του Ρούτε για αλλαγή δόγματος και «μηδενική ανοχή» της αστυνομίας απέναντι στην «εγκληματική βία», ομάδες νεαρών σε ηλικία «μπαχαλάκηδων» -μεταξύ των οποίων πολλοί αρνητές της πανδημίας και/ή γνωστοί νεοφασίστες- έστησαν ξανά οδοφράγματα, λεηλάτησαν καταστήματα και αναποδογύρισαν αυτοκίνητα, με τα χειρότερα επεισόδια να καταγράφονται στη νότια πόλη Ντεν Μπος, τη γενέτειρα του Ιερώνυμου Μπος.
Στις περισσότερες περιπτώσεις η υποτυπώδης «οργάνωση» των ομάδων γίνεται μέσα από online πλατφόρμες όπως το Telegram και το Snapchat: σύμφωνα με την εφημερίδα NRC, ανάμεσα στους εκατοντάδες συλληφθέντες είναι μέλη του ολλανδικού παραρτήματος της Pegida, της γνωστής γερμανικής ακροδεξιάς οργάνωσης, πολλοί γνωστοί χούλιγκαν ποδοσφαιρικών ομάδων, πολλά μέλη του αντι-εμβολιαστικού κινήματος- αρκετοί από τους οποίους αυτοπροσδιορίζονται ως οικολόγοι ή αναρχικοί… -, αλλά και πολλοί έφηβοι χωρίς κανένα πολιτικό πρόσημο, που απλά βρήκαν ευκαιρία για λεηλασίες και πετροπόλεμο.
Το μόνο που τους ενώνει είναι η οργή για τον αναγκαστικό εγκλεισμό: η ειρωνεία είναι πως μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, η Ολλανδία είχε διαλέξει ένα πολύ πιο «χαλαρό», σχεδόν… σουηδικό μοντέλο αντιμετώπισης της πανδημίας, με λίγες απαγορεύσεις, γεγονός που τώρα γυρίζει μπούμερανγκ στον πολλαπλά εκτεθειμένο Ρούτε.
Εννοείται πως, παρά την αποδεδειγμένη παρουσία πολλών ακροδεξιών στα μπάχαλα, νεοφασίστες πολιτικοί όπως ο Γκερτ Βίλντερς και ο Τιερί Μποντέ έσπευσαν να ρίξουν την ευθύνη για τα επεισόδια στους μετανάστες, φτάνοντας στο σημείο να ζητήσουν ακόμη και την ανάπτυξη του στρατού στις πόλεις, ελπίζοντας πως θα κερδίσουν ψήφους των «νοικοκυραίων» στις επικείμενες εκλογές του Μαρτίου.
Στην πραγματικότητα όμως τόσο ο Βίλντερς όσο και ο Μποντέ χαϊδεύουν εδώ και μήνες συστηματικά τα αυτιά των αρνητών της πανδημίας, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για «παραβίαση των ατομικών ελευθεριών», με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του Τύπου και της κοινής γνώμης να τους κατηγορούν δικαίως για «κροκοδείλια δάκρυα» και ψηφοθηρική υποκρισία…
