Η Τζάνετ Γιέλεν ανέλαβε και τυπικά καθήκοντα ως υπουργός Οικονομικών της διακυβέρνησης Μπάιντεν: η πρώτη γυναίκα που διορίζεται στο νευραλγικό αυτό πόστο. Από κοντά, ακολουθεί και νέος ΥΠΕΞ, ο Αντονι Μπλίνκεν. Ο πάλαι ποτέ υπ’ αριθμόν 2 του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί προεδρίας Ομπάμα έλαβε και αυτός με άνεση την έγκριση της κατά τα λοιπά διχασμένης Γερουσίας. Παρ’ όλα αυτά, δεν βαίνουν όλα καλώς και απρόσκοπτα για τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου…
Και η χθεσινή ημέρα είχε για τον ενωτικό Τζο Μπάιντεν αρκετά «φίλια πυρά». Εχοντας ήδη επικριθεί για τις αρχικές διακηρύξεις του περί εμβολιασμού 1 εκατομμυρίου Αμερικανών στις πρώτες 100 ημέρες της προεδρίας του (είχαν χαρακτηριστεί σχετικά άτολμες, με αρκετά ΜΜΕ να επισημαίνουν ότι ο στόχος αυτός είχε σχεδόν επιτευχθεί επί των ημερών του Ντόναλντ Τραμπ), ο Αμερικανός πρόεδρος ανέβασε χθες τον πήχη, στα 1,5 εκατομμύρια εμβολιασμούς ημερησίως.
«Με τη βοήθεια του Θεού», συμπλήρωσε, απαντώντας πρώτη φορά επίσημα σε ερωτήσεις δημοσιογράφων με την ιδιότητα του προέδρου. «Είμαι πεπεισμένος ότι θα καταπολεμήσουμε αυτόν τον ιό», απάντησε στις επικρίσεις ορισμένων ότι έχει ήδη αρχίσει να μετριάζει τους τόνους αισιοδοξίας για έλεγχο της καλπάζουσας πανδημίας, τους οποίους είχε υιοθετήσει προεκλογικά. «Αυτό που εννοούσα είναι ότι πέρασε πολύς καιρός για να φθάσουμε εδώ που είμαστε και θα χρειαστεί αρκετός χρόνος για να την καταπολεμήσουμε», διευκρίνισε. «Θα συνεχίσει να μας απασχολεί το καλοκαίρι και θα την αντιμετωπίσουμε το φθινόπωρο»…
Προσώρας, ο Δημοκρατικός πρόεδρος επέλεξε να μην άρει μία απόφαση του Τραμπ, που προεκλογικά είχε χαρακτηρίσει «υστερική ξενοφοβία»: την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ αλλοδαπών από τη Βραζιλία, τις χώρες της Ζώνης Σένγκεν, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Η απόφαση είχε ληφθεί λόγω πανδημίας και κανονικά θα έληγε χθες. Τώρα, με απόφαση Μπάιντεν, ανανεώθηκε μέχρι νεωτέρας, μάλιστα με την προσθήκη ακόμη μίας χώρας προέλευσης ενός από τα επικίνδυνα νέα μεταλλαγμένα στελέχη του ιού: τη Νότιο Αφρική.
«Ηταν επικριτικός απέναντι στον πρώην πρόεδρο για μια πολιτική που δεν ήταν πιο περιεκτική από την επιβολή ταξιδιωτικών περιορισμών», υποστήριξε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Τζεν Ψάκι. «Και τότε, αλλά και πιο πρόσφατα» ο πρόεδρος «τόνισε τη σημασία μιας πολύπλευρης προσέγγισης», προσέθεσε. Αυτή, πάντως, ακόμη αναζητείται. Εκτός κι εντός των ΗΠΑ…
Ενόσω, άλλωστε, ο Αμερικανός πρόεδρος συνέχιζε χθες τις πρώτες τηλεφωνικές επαφές του με ξένους ηγέτες –με πιο κομβικές αυτές με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν και με τη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ–, στο Κογκρέσο οι πολιτικές ισορροπίες παρέμεναν εξαιρετικά ρευστές.
Αιτία σαφώς και δεν είναι η χθεσινή, επίσημη έναρξη της δεύτερης –και ως εκ τούτου ιστορικής– δίκης του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία, αυτή τη φορά με την κατηγορία περί «υποκίνησης» του φανατισμένου όχλου «σε εξέγερση», με αποκορύφωμα την εισβολή στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου. Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι αποτέλεσε μία πρώτης τάξεως αφορμή ενός παρασκηνιακού διακομματικού παζαριού.
Κατά το CNN, μέχρι και ο ίδιος ο Μπάιντεν δεν πιστεύει ότι ο προκάτοχός του στον Λευκό Οίκο θα καταδικαστεί στη Γερουσία, κρίνοντας ότι δεν θα συγκεντρωθούν οι 17 ψήφοι Ρεπουμπλικανών που απαιτούνται. Χαρακτήρισε, πάντως, αναγκαία τη διεξαγωγή της δίκης, παρά το γεγονός ότι μοιραία θα επιβραδύνει την εφαρμογή του φιλόδοξου κυβερνητικού του έργου…
Παιχνίδια στη Γερουσία
Πάνω στις λεπτές ισορροπίες που έχουν, εξάλλου, διαμορφωθεί στο σώμα (με τις έδρες μοιρασμένες 50-50 μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών και την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ των δεύτερων, με την ψήφο της αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις) φαίνεται ότι η ηγεσία των διχασμένων Ρεπουμπλικανών παίζει τα δικά της μικροπολιτικά «παιχνίδια».
Ο ηγέτης τους στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ «ανακοίνωσε ότι θα επιτρέψει την επίσημη οργάνωση του σώματος, ώστε οι Δημοκρατικοί να αναλάβουν τον έλεγχο των κομβικών επιτροπών», έγραφε χθες το CNN, «έπειτα από μακρά διαμάχη με τον ηγέτη της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, για τα δικαιώματα της μειοψηφίας να μπλοκάρει το νομοθετικό έργο».
Πρακτικά, ο Μακόνελ έθεσε ζήτημα συνδιαχείρισης της εξουσίας στη Γερουσία. Κατά τον Σούμερ, το θέμα κάθε άλλο παρά έχει επιλυθεί. Σημείο τριβής; Οι αξιώσεις των Ρεπουμπλικανών για δεσμεύσεις από τους Δημοκρατικούς, στο πρότυπο του 2001, για μη χρήση της νομοθετικής τακτικής, γνωστής ως filibuster, που απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 60 ψήφων (σε σύνολο 100) για την έγκριση νομοσχεδίων.
Ο Μακόνελ επικαλέστηκε ως εχέγγυο τη θετική τοποθέτηση δύο Δημοκρατικών γερουσιαστών σε αυτήν την προοπτική. Ο Σούμερ, διά του εκπροσώπου του, προτίμησε να ερμηνεύσει τις εξελίξεις ως υπαναχώρηση του Μακόνελ «από τις γελοίες απαιτήσεις του, πετώντας λευκή πετσέτα». Πολλοί αναλυτές πλέον προβλέπουν ότι η Γερουσία θα εξελίσσεται εφεξής συχνά-πυκνά σε πολιτικό… ρινγκ.
