Ακούγοντας τον απόμακρο κύριο Σύψα να αποφαίνεται για το ρεβεγιόν κατάλαβα γιατί ο πραγματισμός του Φουκό συνοψίζεται στη διαπίστωση: «Η εξουσία ως άσκηση, η γνώση ως κανονισμός». Εννόησα επίσης και τη σφόδρα πιθανή αντιστροφή της: «Η εξουσία ως κανονισμός, η γνώση ως άσκηση».
Αυτά, όχι για να αμφισβητήσω τον επιστημονικό λόγο αλλά για να επισημάνω τη διπλή ρίζα αυτού που η σκέψη οφείλει κάθε φορά να προβληματοποιεί, πριν πειθαρχήσει αλλά και πριν αγανακτήσει.
Και επειδή τελικά η σωτηρία της ψυχής αδιαφορεί για τη χαμο-ζωή (την υφιστάμεθα όλοι), πώς να απαλλαγώ από τους φόβους μου, χωρίς να αναιρέσω τον εαυτό μου; Πώς να μην παραδεχτώ πως οι γεροντικοί μου εγωισμοί σκοτώνουν το νέο που νόμιζα πως κομίζω, «κόβοντας» μαζί και το τραγούδι που δεν θα πάψει να είναι «πολύ μεγάλο πράγμα» – για κάθε ταξιδάκι αναψυχής σ’ αυτόν και στον άλλο κόσμο.
