ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Γκολίτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Θάνος Γώγος (Λάρισα, γ. 1985), εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού και των εκδόσεων «Θράκα» και ιδρυτής του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ ποίησης, μετά τη «Γλασκώβη» (Θράκα, 2014, 2019) συνεχίζει με τη δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-αγγλικά σε μετάφραση Λ. Καλλέργη) του ποιήματος «Ντακάρ»∙ περνώντας από την πόλη της Σκωτίας σε αυτήν της Σενεγάλης, ξαφνιάζοντάς μας και κομίζοντας έναν άλλον -αφετηριακά τουλάχιστον- αέρα.

Μνήμη, περιπλάνηση, πένθος

Στον προθάλαμο της νέας αυτής ποιητικής σύνθεσης συναντούμε τους στίχους του Leonard Cohen «And Jesus was a sailor […] only drowning men could see him» («Κι ο Ιησούς ήταν ναύτης […] μόνο οι πνιγμένοι μπορούσαν να τον δουν») και υποπτευόμαστε πως πρόκειται για ένα ταξιδιωτικό ποίημα περιπλάνησης -εσωτερικής πρωτίστως αλλά και εξωτερικής- που εντάσσεται, μες στην αφαιρετικότητα και την κρυπτικότητά του, σε μια παράδοση που ξεκινά από τον «Παλιό Θαλασσινό» του Κόλεριτζ, περνώντας από τη μελαγχολική ποίηση των αποστάσεων και των «ρεμβασμών» του Ουράνη, για να καταλήξει -υπερβαίνοντας μεταμοντέρνα- τις «γραμμές των οριζόντων» του Καββαδία.

Ενώ σε μια πρώτη ανάγνωση βρισκόμαστε σε έναν παράξενο κόσμο (π.χ. διαβάζουμε «Εχει ένα τρυπημένο οστό / Κι από μέσα του αναβλύζει / το γάλα» ή «Κι εγώ κρατούσα / τα δέντρα / τη λίμνη / τα ζώα»), φαινομενικά ανερμάτιστο και με ποιητικές εξάψεις, το ποίημα συγκρατείται και παραμένει ενιαίο λόγω του χαμηλού, ιδιόρρυθμα έντονου, διακεκομμένου του τόνου.

Στίχοι όπως «Κόρη μου / Λίμνη με το όνομά σου πιο καθαρό από λέξεις», μας κερδίζουν με την ιδιότυπη δύναμη και με την καθαρότητά τους, ελευθερώνοντας και συνάμα απορροφώντας την παραδοξότητα του κόσμου, σαν να αναπνέει το ποίημα ή να αποπειράται να προσεγγίσει κάτι το ζωντανό. Αποκαλύπτοντας πως κατοικούμε και επιμένουμε σε έναν ανοίκειο τόπο, μετέχοντας στην ξενότητα της ανθρώπινης φύσης, που εμπεριέχει το τραγικό στοιχείο, το αδύνατο δηλ. της συνύπαρξης με τον εαυτό και με τον άλλον.

Ο ποιητής στοχεύοντας να χτυπήσει το ποίημα και τον εαυτό, ως εγκέφαλο μαζί με τους νευρώνες του, με μια σχεδόν ενστικτώδη αντίδραση, αποπειράται να συντονιστεί μερικώς με το ανοίκειο της ζωής, προεξοφλώντας το ακατόρθωτο της αποδοχής της.

Πρόκειται για μια ποίηση βίαιη με τον τρόπο της, αυτο-κανιβαλιστική, που δεν αρθρώνεται φωνητικά αλλά προβάλλεται με έναν προτζέκτορα σε ένα πανί, βουβή και με τον ρυθμό της πληκτρολόγησης∙ υπνωτίζοντας και μεταδίδοντας έναν πόνο που υποβάλλει τον αναγνώστη στην πραγματικότητα του αφηγητή-ήρωα, μιας ποιητικής περσόνας που παρατηρεί και αυτοπαρατηρείται πλέοντας μεταξύ του αδύνατου της συνύπαρξης και της ψευδο-λύτρωσης από μια οδυνηρή μοναξιά.


Ο Χρήστος Κολτσίδας (Καρδίτσα, γ. 1991), μετά «Τα ορεινά», Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2016, μας παραδίδει το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο «Βροχή περασμένη».

Μνήμη, περιπλάνηση, πένθος

Ο νέος μας ποιητής, προσπαθώντας από τη μία να συνηθίσει τη θέα των νεκρών και από την άλλη ενώ εμφανίζεται ιδιόρρυθμα εξοικειωμένος μαζί τους, πλέει τελικά ανάμεσα στο «Είναι απλώς ο Θάνατος» και στο «Είναι απλός ο θάνατος».

Εντάσσοντας την ποίησή του σε αυτή τη θεματολογία, με την τόσο επίμονη χρήση αυτής της λέξης, γράφει χαρακτηριστικά στην «Εισαγωγή», «Κι αν ήπιες κάποτε με τον Θάνατο καφέ / και δεν το ξέρεις;», ο Κολτσίδας δείχνει πως εσκεμμένα επιλέγει να τοποθετηθεί σε μια παράδοση η οποία περνά από τον Χρήστο Μπράβο (1948-1987) για να επιστρέψει σε πιο χερσαία δημοτικά ρεύματα∙ αφαιρώντας κομμάτια από τον συγκρατημένα εξπρεσιονιστικά προωθημένο μοντερνισμό του πρόωρα χαμένου μας ποιητή, προσθέτοντας στη θέση τους λυρικά εδάφια μιας έντεχνης, θα λέγαμε, διαθέσεως.

Ας σταθούμε όμως σε ένα ενδεικτικό ποίημα. «Κύριε / μπορεί να εγένετο το φως / όμως κυκλοφορώ / με χαλασμένο το φωτόμετρο. // Ερασιτέχνης φωτογράφος επαρχίας / κατόπιν εορτής ή ανήμερα κηδείας» («Του φωτός»).

Πέρα από την παρουσία του Μπράβου, και ίσως της Δημουλά, ο νεότερος ποιητής φαίνεται πως αρθρώνει μια δική του φωνή, η οποία -και λόγω των θεμάτων που επίμονα τον απασχολούν- σχηματίζει έναν δικό του, «αυθεντικά» βιωμένο, κόσμο∙ ο οποίος και καλεί προς μια επιστροφή.

Μια επιστροφή όμως προς τα πού; Οχι απλά, ενδεικτικά, στο ποιητικό κλίμα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ούτε στο κλίμα του καρυωτακικού αστικού μεσοπολέμου, αλλά σε αυτό της ενδοχώρας, όπως την είδαμε χαρακτηριστικά σε σημεία στην ποίηση του Γιάννη Δάλλα (βλ. π.χ. «Το Τίμημα»), στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου, του Τάσου Πορφύρη και του Μιχάλη Γκανά, αλλά και στην ποίηση του Κυριάκου Συφιλτζόγλου και στην πεζογραφία του Γιάννη Μακριδάκη από τους νεότερους.

Προσέχοντας και απέχοντας από την παγίδα του νεο-φολκλόρ και της νεο-ηθογραφίας, με την οποία φλερτάρουν αρκετοί, παρουσιάζει πραγματικό ενδιαφέρον πώς στο πρόσωπο και στην ποίηση του Κολτσίδα παραμένει ενεργός αυτός ο μετασχηματισμός και πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί αυτή η μετάλλαξη -αν όχι και μεταστοιχείωση- στην τρέχουσα εποχή.

Αν, αυτού του τύπου η ποίηση κατορθώσει να αποφύγει την παγίδα του ετεροχρονισμού και την πλάνη της ανα-παλαίωσης θα κρατήσει όχι απλά το ενδιαφέρον μας, αλλά θα δείξει κι έναν νέο δρόμο που ήδη εμπεριέχεται, ως δυνατότητα, στο συλλογικό ποιητικό μας σώμα.

Ενα δείγμα αυτής της κατεύθυνσης, η τελική στροφή της «Αιωνιότητας»: «Με κοιτάν τα έλατα και λένε: / Ομορφος εσύ μέσα στα τόσα αειθαλή. / Και πόσο πράσινο σου λείπει / ώς την αιωνιότητα».