Ηταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Καθόμασταν, στο πατάρι, σ’ ένα από τα δύο ζαχαροπλαστεία του χωριού, με το όμορφο όνομα «Ανεμώνη». Πίναμε κονιάκ συνοδευμένο με ξηρούς καρπούς. Ασφυκτικά γεμάτο το μαγαζί, ντουμανιασμένο από καπνούς τσιγάρων, φωνές από τις συζητήσεις και το γκαρσόνι να πηγαινοέρχεται με παραγγελίες.
Κάθε τόσο από τη σκάλα ξεπρόβαλλε το κεφάλι κάποιου νέου θαμώνα, αναζητώντας τραπέζι ή κάθισμα· όλοι έφευγαν άπραγοι. Καλωσορίζαμε τους τελευταίους φοιτητές που ήρθαν και πρόλαβαν την αλλαγή του χρόνου. Επειτα από ώρα, η συζήτηση επικεντρώθηκε σε ποιο μαγαζί θα συνεχίζαμε για ούζο και μεζέδες. Ακούστηκαν οι προτάσεις, οι σκέψεις και ως συνήθως είπαμε θα δούμε. Κάποιος μας ανακοίνωσε ότι μπορούμε να πάμε στο αγροτόσπιτο δυο φίλων του, που βρίσκεται μέσα σ’ ένα χτήμα.
Αυτό δεν ενθουσίασε κάποιους, γιατί προτιμούσαν μαγαζί, μουσική από κασετόφωνο και κίνηση. Τρεις από την παρέα δηλώσαμε ότι θα πάμε στο σπίτι, αφού ήμασταν έμμεσα καλεσμένοι, ως φίλοι φίλων. Μπήκαμε στο μικρό, νεοαποκτηθέν, «Γιούγκο Ζάσταβα» και κινήσαμε για τον προορισμό μας. Εξω από το χωριό υπήρχε σκοτάδι. Μόνο τα φώτα τού αυτοκινήτου φώτιζαν λίγα μέτρα μπροστά μας. Αριστερά και δεξιά του δρόμου οι αιωνόβιες ελιές. Ο αέρας κινούσε τα μεγάλα κλαδιά τους, έτσι έπεφταν παράξενες σκιές μπροστά μας. Διασχίσαμε τα πέντε χιλιόμετρα του ελαιώνα μέχρι να πάμε στο παραθαλάσσιο χωριό Πέραμα του κόλπου της Γέρας. Από κει πήραμε τον χωμάτινο δρόμο, πλάι στη θάλασσα, για το χτήμα, το οποίο βρισκόταν στην είσοδο του ομώνυμου κόλπου. Αριστερά μας, στο ένα μέτρο, η θάλασσα.
Δεξιά περιβόλια, όσο ήμασταν στον κάμπο. Λίγο πριν τα μισά της διαδρομής ξανασυναντήσαμε τον ελαιώνα. Κινούμασταν αργά, μέχρι την περιοχή του Αύλωνα. Εκεί στρίψαμε σε ένα μικρό δρομάκι, αλλά αμέσως κόλλησαν οι ρόδες του αυτοκίνητου. Ενιωθες ότι από κάτω υπήρχε άμμος. Πραγματικά έτσι ήταν. Γιατί είχαμε μπει σε έναν μικρό χείμαρρο, που ταυτόχρονα χρησιμοποιούνταν σαν δρόμος.
Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος είδαμε ένα αχνό φως να φεγγίζει από το μικρό παράθυρο το ντάμι. Μας υποδέχτηκαν οι οικοδεσπότες με αγκαλιές· πού να δούνε άνθρωπο σ’ αυτή την ερημιά! Καθίσαμε κατάχαμα, μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Εφεραν ποτήρια, κρασί και τσιμπολογούσαμε από το ταψί· πετεινό, πατάτες και κυδώνια, ψητά στον φούρνο. Το μικρό δωμάτιο φωτιζόταν από λάμπες πετρελαίου. Κάποια στιγμή πέρασαν ανάμεσά μας δυο μικρά αρνάκια που έπαιζαν με τα παιδιά του ζευγαριού! Καθίσαμε ώς τις αυγινές ώρες της πρώτης μέρας του χρόνου, εκεί στο ταπεινό ντάμι του γεραγώτικου ελαιώνα. Μακάριοι και πλούσιοι από τα ολίγιστα.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
