«Qu’ ils mangent de la brioche».
Αυτή η γαλλική φράση μεταφράζεται στα ελληνικά «ας φάνε παντεσπάνι» και αποδίδεται στη Μαρία Αντουανέτα. Η βασίλισσα της Γαλλίας, στα τέλη του 18ου αιώνα, υποτίθεται πως την είπε όταν ο λιμασμένος λαός του Παρισιού ζήταγε ψωμί, γιατί τα σιτηρά της χώρας είχαν πουληθεί, κατόπιν αδείας του βασιλέως και συζύγου της Λουδοβίκου 16ου, στο εξωτερικό από τους Γάλλους μεγαλοκτηματίες σε πολύ συμφέρουσα για τους ίδιους τιμή, με αποτέλεσμα ο λαός της Γαλλίας να πει κυριολεκτικά το ψωμί ψωμάκι.
Η Μαρία Αντουανέτα μπορεί να ήταν ένα εστεμμένο, επηρμένο παγόνι που ξόδευε για λούσα μέσα σε ένα μήνα όσα κέρδιζε ένας εργάτης όλη του τη ζωή, αλλά είχε αρκετό μυαλό μες στο κεφάλι της για να μην πει, δημοσία τουλάχιστον, μια τέτοια ουρανομήκη κοτσάνα. Αλλωστε, η πρώτη επίσημη καταγραφή της επίμαχης φράσης, ως λεχθείσα από κάποια πριγκίπισσα, έγινε σε ένα βιβλίο του Ζαν Ζακ Ρουσό, τις «Απολογίες», το 1765. Λίγο δύσκολο να την είχε πει η Μαρία Αντουανέτα (ή Μαρία η Αυστριακή), καθώς εκείνη τη χρονιά ήταν μια πριγκιποπούλα δέκα χρόνων και ζούσε στη Βιέννη, στο παλάτι του πατέρα της και αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκου του Α’.
Βέβαια, ως βασίλισσα της Γαλλίας, τον λαό τον υποτιμούσε και τον θεωρούσε δεδομένο, όμως ήταν ο ίδιος πεινασμένος, εξοργισμένος λαός που χώρισε το όμορφο κεφάλι της από τους αβρούς της ώμους στη Γαλλική Επανάσταση. Και μια που το ‘φερε η κουβέντα, αυτό το αρτοσκεύασμα πολυτελείας, το μπριός (brioche), προέρχεται από το μεσαιωνικό ρήμα brier, γερμανικής προέλευσης, που σημαίνει «μαλάσσω, ζυμώνω». Οσο για το περίφημο «παντεσπάνι», την ελληνική απόδοση του μπριός, το γλύκισμα από αλεύρι, ζάχαρη κι αυγά, προέρχεται, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, από το τουρκικό pantispanya, που κι αυτό κατάγεται από το ιταλικό pan di Spagna, δηλαδή το «ψωμί της Ισπανίας»…
Μπορεί λοιπόν να μην είπε η Μαρία Αντουανέτα αυτή τη φράση, που καταδεικνύει την ολοσχερή, επιθετική αδιαφορία του πλούσιου και χορτάτου προς τον πένητα και λιμοκτονούντα, ωστόσο ένας άξιος πνευματικός της απόγονος, κάποιος αντιδήμαρχος του Μεγάλου Περιπατητή Μπακογιάννη, ανάρτησε πρόσφατα στα σόσιαλ μίντια εικόνα με την αφεντιά του σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, να ακουμπά περήφανα σ’ ένα ονειρώδες ασημί αυτοκίνητο, σχολιάζοντας πως τώρα με την καραντίνα νοστάλγησε το σπίτι του στο Μπάντεν Μπάντεν, αλλά πιο πολύ νοστάλγησε την Αστον Μάρτιν του, το αγαπημένο αυτοκίνητο του πράκτορα 007.
Φυσικά, ο χρυσοποίκιλτος κύριος, γοητευτικός σαν συνταξιούχος Τζέιμς Μποντ, έγινε μπαίγνιο των κοινωνικών δικτύων, και δικαίως. Το τρολάρισμα του ευπατρίδη χάρισε στιγμές γνήσιας ιλαρότητας στους χειμαζόμενους έγκλειστους χρήστες, πολλοί από τους οποίους νοστάλγησαν κι αυτοί το καραβοτσακισμένο γιαπωνέζικο χιλιάρι τους, που τους είχε πάει αγκομαχώντας πριν από τρία χρόνια στο Ανω Κακοσάλεσι, για να τσουγκρίσουν τα κόκκινα αυγά με τα κουμπαράκια τους.
Παρεμπιπτόντως, το Μπάντεν Μπάντεν να πούμε πως τυγχάνει κωμόπολη στο γερμανικό ομοσπονδιακό κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης, στις δυτικές πλαγιές του Μέλανος Δρυμού, στις όχθες του ποταμού Οου κοντά στην Καρλσρούη. Η ονομασία προκύπτει από τα διάσημα, ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή, λουτρά της περιοχής – το νερό των οποίων έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Μπάντεν (baden) στα γερμανικά σημαίνει «λούομαι».
Θα περίμενε κανείς πως ο πατρίκιος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα είχε εκείνη τη διαύγεια και ευεξία που χαρίζει η παρατεταμένη έκθεση στο σπουδαίο ιαματικό νερό του Μπάντεν Μπάντεν, ώστε να μην κάνει μια ανάρτηση που θα ήταν το κοινωνικό ισοδύναμο ενός δύσοσμου αερισμού μέσα σε συνωστισμένο ασανσέρ.
Θα περίμενε κανείς από έναν μπον βιβέρ, που ξέρει να εκτιμά τα πανάκριβα συλλεκτικά βρετανικά αυτοκίνητα, να έχει τη στοιχειώδη αισθητική και συναίσθηση, ώστε να απολαμβάνει τον πλούτο του ιδιωτικώς, στη βιόσφαιρά του, και να μην τον μοστράρει αυτόν τον πλούτο μπροστά στους αναγκεμένους, σκιαγμένους, περιορισμένους Ελληνες, όπως ακριβώς ένας έφηβος θα επιδείκνυε με έπαρση το μόριό του στην παρέα του.
Βέβαια, μπορεί ο αριστοκράτης της πλατείας Κοτζιά να έκανε αυτήν την εξόφθαλμα ενοχλητική ανάρτηση, ακριβώς για να κάνει ντόρο γύρω από το όνομά του. Το οποίο δεν θα αναφέρω εδώ – δεν θα του κάνω τη χάρη. Μπορεί να το έκανε επίτηδες, ακριβώς για να τον κράξουν (αναπόφευκτα…) στα κοινωνικά δίκτυα, μπας και καταφέρει να αποκτήσει και κάποια άλλη κοινωνική υπόσταση πλην εκείνων του αντιδημάρχου και του ιδιοκτήτη κλασικού αυτοκινήτου και επαύλεως σε γερμανική κωμόπολη – να γίνει επιτέλους το talk of the town.
Και γιατί όχι; Τι θα πάθαινε; Τι έπαθε, τελικά; Ετσι κι αλλιώς κανείς δεν πρόκειται να του κάνει τίποτα. Ολοι αυτοί οι πλεμπαίοι, οι μαδουραίοι που τον ειρωνεύονται, το κάνουν επειδή ζηλεύουν την προκοπή του και το βιος του, μπορεί να λέει τώρα με τους άλλους χρυσελεφάντινους του κύκλου του. Αλλωστε κι εκείνοι, οι μπιθουλαίοι, υπερηφανεύονται για το λιγοστό, το ασήμαντο έχειν τους σ’ εκείνους που δεν έχουν τίποτα, πού την κεφαλή κλίνη, έτσι δεν είναι;
Αυτά λοιπόν μπορεί να σκέφτεται ο αξιοσέβαστος Πρόκριτος γελώντας, διότι γνωρίζει πως ο ελληνικός όχλος δεν πρόκειται ποτέ να του πάρει το κεφάλι, όπως έκανε ο γαλλικός με τη Μαρία Αντουανέτα, που ούτε καν είχε πει, η καημένη, αυτή την κουβέντα με το παντεσπάνι, που συνεχίζει να εξοργίζει εδώ κι αιώνες τους φτωχούς όπου γης.
