Κι επειδή στο προηγούμενο τεύχος αφιερώσαμε αυτές εδώ τις λίγες λέξεις στον αντιαηβασιλιάτικο ορθολογισμό και ταυτόχρονα πεσιμισμό του Ignatz από το ομορφότερο και εξυπνότερο ίσως κόμικς της ιστορίας, την επιδραστική σειρά Krazy Kat του George Herriman, που «έτρεξε» για περισσότερες από τρεις δεκαετίες στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, θα παραμείνουμε και σήμερα στη σειρά αυτή σε άλλο κλίμα.

Παραμονή Χριστουγέννων του 1916 ο λευκός και αρσενικός ποντικός Ignatz διαβάζει εμβρόντητος την ανακοίνωση του τουβλοπώλη του Coconino, που δηλώνει στους πελάτες του ότι κατά τη διάρκεια του χειμώνα αντί για τούβλα θα πωλεί μπρικέτες από κάρβουνα που κάνουν και καλή φωτιά.

Και τι θα πετά τώρα ο Ignatz στο κεφάλι της μαύρης Krazy Kat που παραμένει πάντα ερωτευμένη μαζί του; Παρ’ όλα αυτά αγοράζει μπρικέτες και ανάβει το τζάκι του. Ολα πάνε καλά μέχρι που περνά απ’ έξω η γάτα τραγουδώντας χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Το άσβεστο μίσος του γι’ αυτήν παρά το πνεύμα των Χριστουγέννων αναζωπυρώνεται. Αρπάζει τις μπρικέτες και τις πετά μία μία στο κεφάλι της αθώας γατούλας. Αυτή, αντί να εξοργιστεί, συνεχίζει να περπατά αγέρωχα και περήφανα, αν και προφανώς λυπημένη.

Συναντά όμως μια χήρα Μεξικάνα μετανάστρια που ζει με τα τρία παιδιά της μέσα στο κρύο, σε ένα βαρέλι στην άκρη του δρόμου και «μακριά από τη ζεστασιά του αγαπημένου μας Μεξικού», όπως παραπονιέται η άτυχη γυναίκα. Η Krazy Kat, που κι αυτή κοιμάται στο ύπαιθρο χωρίς να χρωστά σε κανέναν και χωρίς να περιμένει τίποτα από κανέναν, τρέχει αμέσως πίσω, μαζεύει τις μπρικέτες που λίγο πριν προσγειώθηκαν στο κεφάλι της και τις μεταφέρει στην οικογένεια της Μεξικάνας. Θα την κρατήσουν ζεστή έστω και για τις μέρες των γιορτών. Και πέφτει για ύπνο ανακουφισμένη κι ευτυχισμένη, βλέποντας στο όνειρό της τον Ignatz, αντί για ωφελιμιστή θύτη, ως έναν, τάχα, βοηθό των φτωχών και των κατατρεγμένων.