Οταν ο Τζο Μπάιντεν ορκιζόταν προχθές 46ος πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν είχε εγκριθεί από τη διχασμένη Γερουσία ο διορισμός ούτε ενός από τα μέλη του πολυσυλλεκτικού -πλην όμως με έντονο «άρωμα» Ομπάμα- υπουργικού συμβουλίου του.
Αυτό άρχισε από χθες πάντως να αλλάζει. Αφενός επειδή επισημοποιήθηκε -με την ορκωμοσία των Δημοκρατικών νέων γερουσιαστών- η αλλαγή πολιτικών ισορροπιών στο σώμα. Αφετέρου επειδή ο χρόνος μετρά πια αντίστροφα διπλά: και για τις πρώτες 100 ημέρες της προεδρίας Μπάιντεν και για τη δεύτερη δίκη του Ντόναλντ Τραμπ, με τον οποίο πολλοί Ρεπουμπλικανοί θέλουν να κλείσουν πια τους ανοιχτούς «λογαριασμούς» τους.
Πρώτη το «κατώφλι» του υπουργικού συμβουλίου πέρασε λοιπόν η 51χρονη Αβριλ Χέινς με θητεία στην κυβέρνηση Ομπάμα. Με ευρεία πλειοψηφία 84 ψήφων (σε σύνολο 100) έγινε τώρα η πρώτη γυναίκα διευθύντρια των Υπηρεσιών Πληροφοριών (DNI), αρμόδια για την επίβλεψη και τον συντονισμό της CIA, της NSA και των άλλων 15 υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Σειρά έχουν οι έτεροι τέσσερις πρωτοκλασάτοι προταθέντες υπουργοί, που πέρασαν πρώτοι, μαζί με τη Χέινς, από ακροάσεις στις αρμόδιες επιτροπές της Γερουσίας.
● Η 74χρονη πρώτη γυναίκα υπουργός Οικονομικών -και πρώτη γυναίκα που ανέλαβε επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) ως επιλογή του Μπαράκ Ομπάμα- Τζάνετ Γέλεν.
● Ο 61χρονος Αλεχάντρο Μαγιόρκας, Κουβανός στην καταγωγή, εβραίος στο θρήσκευμα, επίσης μέλος της κυβέρνησης Ομπάμα, που αναλαμβάνει το νευραλγικό υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS).

● Ο 67χρονος ε.α. στρατηγός Λόιντ Οστιν, ο πρώτος Αφροαμερικανός που αναλαμβάνει το υπουργείο Αμυνας, με θητεία στην κεφαλή της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM) επί Ομπάμα.
● Ο 58χρονος Αντονι Μπλίνκεν που οδεύει στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ έπειτα από 20ετή θητεία ως σύμβουλος του Μπάιντεν, ενώ έχει διατελέσει υφυπουργός Εξωτερικών, επίσης επί εποχής Ομπάμα.
Κατά τις ακροάσεις τους στη Βουλή, την περασμένη Τρίτη, έδωσαν το περίγραμμα της πολιτικής που θα ακολουθήσουν εντός κι εκτός συνόρων. Τα όριά της ωστόσο παραμένουν ακόμη ασαφή. Δίνοντας περισσότερο την αίσθηση μιας συνέχειας παρά ρήξης με το πρόσφατο παρελθόν, τουλάχιστον ως προς την εξωτερική πολιτική, η Χέινς και ο Μπλίνκεν τόνισαν ότι η μικροκομματική πολιτική δεν πρέπει να μπλέκεται στα πόδια των υπηρεσιών πληροφοριών και της διπλωματίας – αν και η επισήμανση ήταν μια σαφής αιχμή για την παρεμβατικότητα της προεδρίας Τραμπ.
Ετοιμη για συνεργασία με το FBI και DHS στις έρευνες για τους εισβολείς στο Καπιτώλιο και για το εάν επηρεάστηκαν από κάποια ξένη χώρα δήλωσε η Χέινς, απαντώντας ασαφώς σε ερώτηση για τυχόν εμπλοκή της Ρωσίας. Εμπόδιο στο έργο του Πενταγώνου «να κρατήσει την Αμερική ασφαλή από τους εχθρούς της» στο εξωτερικό χαρακτήρισε «τους εχθρούς εκ των έσω» ο Οστιν. Μιλώντας πάντως για εξωτερικούς εχθρούς, η χώρα που κατονομάστηκε περισσότερο και από τους πέντε υπουργούς ήταν η Κίνα. «Μεγάλη πρόκληση για τις ΗΠΑ» τη χαρακτήρισαν ο Μπλίνκεν και ο Οστιν. Ο πρώτος δήλωσε μάλιστα σύμφωνος με τη σκληρή πολιτική Τραμπ, όχι όμως και με την τακτική της μονομέρειας απέναντι στο Πεκίνο.
Υπέρ μιας «επιθετικής στάσης» έναντι των Κινέζων τάχθηκε η Χέινς. Διατήρηση της σκληρής γραμμής απέναντι στο Πεκίνο ζήτησε και η Γέλεν, ενόσω προανήγγειλε κατάργηση μέρους των τραμπικών φοροαπαλλαγών σε μεγάλα εισοδήματα και εταιρείες καθώς και νέα πακέτα στήριξης της αμερικανικής οικονομίας εν μέσω πανδημίας. Σε θολά νερά παραμένει εν τω μεταξύ η πρόθεση της κυβέρνησης Μπάιντεν για διπλωματική επανενεργοποίηση των ΗΠΑ στο διεθνές προσκήνιο για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. «Απέχουμε ακόμη πολύ» από αυτόν τον στόχο, τόνισε ο Χέινς. «Για επείγουσα ευθύνη» αποτροπής της Τεχεράνης από την απόκτηση πυρηνικών όπλων μίλησε ο Μπλίνκεν, χωρίς να αποσαφηνίσει τα επόμενα βήματα της Ουάσινγκτον.
Αναφανδόν επικριτικός ήταν πάντως για τη στάση της Τουρκίας, «ενός αποκαλούμενου στρατηγικού εταίρου μας» όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο Μπλίνκεν, αναφερόμενος στην προμήθεια του συστήματος S-400 από «έναν από τους μεγαλύτερους στρατηγικούς ανταγωνιστές μας, τη Ρωσία», αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για νέες κυρώσεις στην Αγκυρα. Από την άλλη, η Χέινς δήλωσε ότι θα δημοσιοποιήσει την έκθεση για τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου, Τζαμάλ Κασόγκι, το 2018 στο σαουδαραβικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, ενόσω ο Μπλίνκεν και ο Οστιν επαινούσαν τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με αραβικά κράτη.
Ο πρώτος μάλιστα τόνισε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν αναγνωρίζει την Ιερουσαλήμ ως ισραηλινή πρωτεύουσα, όπου και θα παραμείνει η αμερικανική πρεσβεία. Κατά τα λοιπά τάχθηκε υπέρ της λύσης των δύο κρατών με τους Παλαιστινίους…
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο Μπλίνκεν συντάχθηκε με την αναγνώριση του Χουάν Γουαϊδό ως προέδρου της Βενεζουέλας. Ουδόλως διαφωτιστικός ήταν πάντως για τις προθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε δύο «καυτά» μέτωπα: της Συρίας και της Λιβύης τα οποία άνοιξαν -όπως και πολλά άλλα- επί της διακυβέρνησης την οποία ο Μπλίνκεν και τα περισσότερα μέλη του υπουργικού συμβουλίου του Μπάιντεν υπηρέτησαν πιστά: εκείνη του Ομπάμα.
