Βγαίνοντας από το σουπερμάρκετ, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, είδα να ψάχνει κάδο σκουπιδιών ηλικιωμένο κύριο με γυαλιά, καθ’ όλα ευπρεπή (θα τον έλεγα περιποιημένο) που -το εντυπωσιακό- φορούσε σκούφια… Αϊ-Βασίλη! Πού πήγε το μυαλό μου; Και πού δεν πήγε! Μόνο που όπου κι αν πήγε, δεν συνάντησε τίποτα καλό, έστω παρήγορο. Μα τον καινούργιο χρόνο (που ερχόταν…), αν είχα στο… σακούλι μου παιχνίδια, θα του τα έδινα, με απόλυτη βεβαιότητα πως ήξερε πολύ καλά τι θα τα έκανε, ώστε να πάνε στα σωστά χέρια και να πιάσουν τόπο, να μπούνε στη βελουδένια θήκη με το βυσσινί χρώμα των αναμνήσεων.
Ετσι όπως ήταν το σακούλι μου, μόνο με τρόφιμα και μάλιστα τα εντελώς απαραίτητα για μια Πρωτοχρονιά χωρίς βασιλόπιτα, ντράπηκα, το είδα σαν προσβολή, να ανοίξω το σακούλι και -όσο πιο ευγενικά μπορούσα- να του δώσω… μακαρόνια και κεφαλοτύρι τριμμένο ή ψωμί για τοστ ή μελιτζάνες. Αλλωστε ήμουν βέβαιος -δεν ξέρω πώς μου είχε κολλήσει, αλλά ήμουν βέβαιος- ότι δεν έψαχνε για τρόφιμα. Στο ελάχιστο που μπόρεσα να δω (ντροπή κι εκεί, πώς βλέπεις έναν άνθρωπο που ψάχνει σε κάδο σκουπιδιών; μια ματιά ρίχνεις και προσπερνάς, αν είναι και προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, προσπερνάς τρέχοντας…).
Στη βιαστική ματιά, πρόφτασα να δω ότι έπιανε με πολλή προσοχή τις σακούλες στον κάδο και άλλο τόσο προσεκτικά τις τίναζε μέσα παρατηρώντας το περιεχόμενο, ώστε, σχεδόν αβίαστα, έβγαλα το συμπέρασμα ότι δεν έψαχνε για τρόφιμα, έψαχνε για είδη χωρίς ημερομηνία λήξης, για είδη με διάρκεια. Τότε κατάλαβα πως ήταν ο Αϊ-Βασίλης (της εποχής μας, κάθε εποχή έχει και τον δικό της…) αυτοπροσώπως, πλην μεταμφιεσμένος σε ευπρεπή κύριο με γυαλιά που ψάχνει κάδο σκουπιδιών έξω από σουπερμάρκετ. Μόνο που, καθώς μεταμφιεζόταν, ξέχασε στο κεφάλι τη σκούφια του…
