Ο Σταύρος Τσιώλης παραμυθάς ήταν. Και οι ήρωές του στη μεγάλη οθόνη, το ίδιο. Οι διάλογοι στις ταινίες του είναι συνήθως ανταλλαγή υπέροχων, ιδιόρρυθμων, κωμικών ή ερωτικών ιστοριών. Που είναι αστείρευτες και αντλούν από τα πάντα: γεγονότα της ζωής, ιστορίες και θρύλους από το παρελθόν. Και οι προικισμένοι, λες ειδικά γι’ αυτόν φτιαγμένοι ηθοποιοί, τις διηγούνται μονορούφι, σοβαροί, επίσημοι και γι’ αυτό ξεκαρδιστικοί.
Κι όμως, ο αγαπημένος και σπουδαίος σκηνοθέτης, που πέθανε τον Ιούλιο του 2019 στα 82 του χρόνια, δεν κάθισε ποτέ να γράψει τις ιστορίες που είχε ζήσει ή γεννούσε η φαντασία του. Θέατρο, ναι, είχε γράψει και, μάλιστα, με επιτυχία και ωραίες παραστάσεις, στο Θέατρο Τέχνης, στο ΚΘΒΕ -τα θεατρικά του έργα, όπως το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» και τα «Κοκκινομπλέ πατίνια» έχουν συγκεντρωθεί όλα σε έναν τόμο από τις Εκδόσεις Πανοπτικόν.
Και να που αποκτήσαμε μετά τον θάνατό του το πρώτο του πεζό αφήγημα. Λέγεται «Κεφάλια πέντε, ανάσες τέσσερες». Υπάρχει ακόμα μια πρωτιά.
Με αυτό, η περίφημη κινηματογραφική εταιρεία παραγωγής Faliro House Productions, που τόσο στηρίζει νέα (και παλιότερα) ταλέντα του σινεμά μας, μέσα και τον Σταύρο Τσιώλη, κάνει την πρεμιέρα της στο εκδοτικό πεδίο. Αλλωστε, ιδέα του παραγωγού Χρήστου Κωνσταντακόπουλου ήταν να γράψει ο Σταύρος Τσιώλης αυτό το βιβλιαράκι. Την είχε ρίξει στα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας «Γυναίκες που περάσατε από δω», ακούγοντάς τον, τι άλλο, να λέει ιστορίες.
Ο υπότιτλος του βιβλίου «1941-1945, σκόρπιες μαρτυρίες παιδιού από την Κατοχή» τα λέει όλα. Ή καλύτερα, ο ίδιος ο συγγραφέας, που απευθυνόμενος στον αναγνώστη γράφει: «Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι μυθιστόρημα; Είναι νουβέλα; Είναι διηγήματα; Είναι μια ιστορική διατριβή επιστήμονα; Τίποτα δεν είναι! Κάποια παιδικά αφηγήματα είναι. Μπορεί να έχουν και χρονολογικά λάθη, λάθος τοπωνυμίες, αλλά είναι αληθινά! Δεν υπάρχει πια κανένας φίλος μου να βεβαιώσει κάτι διαφορετικό. Είμαι δικαιωμένος!»
Με το γνωστό γλαφυρό ύφος και το ίδιο λεπτό χιούμορ που διατρέχει τις ταινίες του, ο Σταύρος Τσιώλης μας παραδίνει ένα αφήγημα σε 74 σελίδες, γεμάτο συγκινητικές μνήμες από την παιδική του ηλικία στην Τρίπολη, την περίοδο της Κατοχής. Εκεί γεννήθηκε το 1937. Η αφήγηση απλώνεται από το 1941, όταν ο σκηνοθέτης ήταν μόλις 4 ετών, έως και το 1945, αμέσως μετά την απελευθέρωση.
Οι σκόρπιες μνήμες του Σταύρου Τσιώλη, που εντυπώνονται στον νου, συνθέτουν την εικόνα της ρημαγμένης από την πείνα και τις κακουχίες ελληνικής επαρχίας, με τα μάτια ενός παιδιού και του μικρόκοσμού του: η (εκπάγλου καλλονής) μητέρα, που πασχίζει να σώσει τον ασθενικό μικρό αδελφό, η αυτοθυσία της γειτονιάς και τα σωτήρια ρυζόγαλα, τα αποφάγια των Γερμανών, οι μικρές, καθημερινές πράξεις ηρωισμού, ο πατέρας, που γυρίζει από την Αλβανία, ο βαρύς χειμώνας, οι εκτελέσεις ως αντίποινα στις ενέδρες του ΕΛΑΣ, οι δωσίλογοι και οι καταδότες…
Οι μαυραγορίτες, ναι, αλλά και οι μπακάληδες που βοήθησαν, οι ταβερνιάρηδες που προσέφεραν ένα πιάτο φαΐ, οι ζαχαροπλάστριες που κέρασαν ένα χωνάκι τον μικρό Σταύρο και τον αδελφό του, τον Λάκη, που δεν ήξεραν τι θα πει λιχουδιά, παρά μόνο αφόρητη πείνα -χαρίζοντάς τους μια ανεκτίμητη παιδική ανάμνηση.
Παιδιά που αντίκριζαν τον θάνατο έξω από τα σπίτια τους, που βλέπαν δικούς τους να κείτονται νεκροί ή να διώκονται λόγω αντιστασιακής δράσης, που πάλευαν να επιβιώσουν ξεθάβοντας βόλια από τις εκτελέσεις και τις ασκήσεις των Γερμανών για να πουλήσουν το περιζήτητο μολύβι, που ξεγελούσαν την πείνα τους με την κορινθιακή σταφίδα και, στα δύσκολα, κατέφευγαν στο Μαίναλο.
Η σύλληψη του παππού, τα πρώτα σημάδια του εμφύλιου διχασμού, οι διώξεις, οι μάχες των ανταρτών με τους ταγματασφαλίτες, οι διαψευσμένες ελπίδες, η φυλάκιση του πατέρα στην Ακροναυπλία… Αλλά και τα πρώτα σκιρτήματα του μικρού Σταύρου, που… λιγοθυμά μπροστά σε κορίτσια-οπτασίες, προβληματίζοντας τον θείο Χρήστο: [άρχισες τους έρωτες από έξι χρονώ; Κακομοίρη, θα σου πιουν το αίμα οι γυναίκες!». Αυτές οι γυναίκες έμελλε να παίξουν σημαντικό ρόλο στην κινηματογραφική πορεία του.
Ο Σταύρος Τσιώλης (1937-2019) σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου στην Αθήνα και από το 1958 δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 54 ταινίες, πολλές από τις οποίες της Φίνος Φιλμ. Η πρώτη δική του ταινία εμφανίστηκε το 1968, και το 1970 έκανε διεθνή επιτυχία με την ταινία «Κατάχρησις εξουσίας».
Κατόπιν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο για μια δεκαπενταετία και επανήλθε το 1985 με ταινίες που έκαναν ιδιαίτερη επιτυχία λόγω του ιδιαίτερα προσωπικού του στιλ. Το σινεμά του βασίζεται στο χιούμορ, τους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους και τη χρήση, πολλές φορές, ερασιτεχνών ηθοποιών. Ενα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα σενάριά του αποτελεί η περιπλάνηση, αρκετές φορές στον τόπο καταγωγής του, την Αρκαδία.
