ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ξυπνώ και βλέπω σίδερα / στη γης στερεωμένα /

τα παιδάκια τα καημένα…»

Η επικαιρότητα μας θύμισε τους στίχους από τον περίφημο «Καπετανάκη», το ρεμπέτικο των Λεονάρδου Μπουρνέλη και Παναγιώτη Μιχαλόπουλου. Κάποια «παιδάκια», εντός ή εκτός εισαγωγικών, θα ξυπνήσουν εντός των ημερών και θα δουν κάγκελα γύρω τους.

Και τότε θα θυμώσουν και θα στενοχωρηθούν, καθώς για χρόνια πίστευαν, μέσα στην ουρανομήκη έπαρση που τους χάριζε η ατιμωρησία, πως το άστρο τους θα λάμπει για χίλια χρόνια – ακριβώς όσο πίστευαν και οι ναζί πως θα ζήσει το Ράιχ.

Ηταν σχεδόν παλλαϊκή απαίτηση να μπουν στη φυλακή όλοι αυτοί. «Οι ναζί στη φυλακή»: ήταν ένα σύνθημα που έβλεπες παντού τον τελευταίο καιρό τόσο στο φυσικό όσο και στο ψηφιακό περιβάλλον. «Δεν είναι αθώοι!» έλεγαν όλοι, μα όλοι, λες και αίφνης οι πάντες έγιναν αντίφα. Μα πού κρύβονταν όλες αυτές οι ευαίσθητες πολιτικές και δημοσιογραφικές γραβάτες, όλα αυτά τα ενσυναίσθητα ταγεράκια της ανωτέρας τάξεως;

Ολοι αυτοί, εάν δεν με απατά η μνήμη μου, δεν κανάκευαν προ ολίγων ετών τη Χρυσή Αυγή; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν τα τάγματα εφόδου των νεοναζί το βράδυ έριχναν βρομόξυλο σε μετανάστες και το πρωί συνόδευαν μουσαντέ γιαγιάδες στα ΑΤΜ για να εισπράξουν τη σύνταξή τους;

Τέλος πάντων, μετά από μια μακρόχρονη δικαστική περιπέτεια, οι ντόπιοι ναζί μπαίνουν στη φυλακή. Εδώ βέβαια μπορεί κάποιος να παρατηρήσει πως ακόμα και εκείνοι που είναι ιδεολογικά εναντίον της φυλακής, εναντίον της στέρησης της ελευθερίας ενός ανθρώπου από το κράτος ως τιμωρία για τις κακές του πράξεις, ακόμα κι αυτοί, κι ίσως κυρίως αυτοί, φώναξαν στεντόρεια «οι ναζί στη φυλακή!»

Ετσι η φυλακή έγινε η λέξη των ημερών. Οπότε, τιμής ένεκεν για την ένταξη των καταδικασμένων στελεχών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης στον κόσμο της φυλακής, ας πούμε πέντε πράγματα γι’ αυτήν.

Καταρχάς, ετυμολογικά η λέξη φυλακή προέρχεται από τη λέξη «φύλαξ», το πρόσωπο που φρουρεί, που επιτηρεί κάτι. Ο φύλακας είναι ο προστάτης, ο υπερασπιστής ή και αυτός που διατηρεί κάτι αναλλοίωτο στον χρόνο, όπως οι παραδόσεις ή τα έθιμα.

Η λέξη είναι αβέβαιου ετύμου λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, αναφέροντας πως κατά μία άποψη ο φύλακας συνδέεται με το δεύτερο συνθετικό του λατινικού bubulcus, δηλαδή «βουκόλος» ή subulcus, «χοιροβοσκός», αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό, λέει το Λεξικό, γιατί η λέξη φύλαξ είναι πολύ αρχαιότερη και ουδέποτε σήμαινε τον φρουρό ζώων.

Οπως και να ’χει, η φυλακή είναι το κτίριο στο οποίο εγκλείονται οι υπόδικοι ή οι κατάδικοι, είναι βέβαια η ποινή φυλάκισης (κάνω φυλακή σημαίνει εκτίω την ποινή μου) αλλά είναι επίσης και οτιδήποτε, χώρος ή θεσμός, που περιορίζει την ελευθερία. Η αρχική σημασία της λέξης φυλακή είναι «φρούρηση-φύλαξη, διατήρηση», ενώ στη ναυτική ορολογία φυλακή είναι και η βάρδια, η τετράωρη υπηρεσία των αντρών ενός πολεμικού πλοίου.

Βέβαια επειδή στη φυλακή μπαίνουν κυρίως εκείνοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να την αποφύγουν, δηλαδή οι φτωχότεροι, οι ασθενέστεροι και οι περιθωριακοί, που είναι η βάση ή το υπόγειο της κοινωνικής πυραμίδας, κι επειδή όλες αυτές οι κοινωνικές υποομάδες έχουν τη δική τους αργκό, είναι πολλά τα ιδιωματικά συνώνυμα της λέξης φυλακή. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στο «Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη» όριζε τη φυλακή ως τον «τόπο όπου, αναγκαστικώς, διαβιούν οι Φυλακισμένοι».

Αυτοί λοιπόν οι Φυλακισμένοι («οι άνθρωποι εν παρενθέσει» σύμφωνα με τον ίδιο) σίγουρα δεν χρησιμοποιούν τον πολιτικώς ορθό όρο «σωφρονιστικό ίδρυμα» για τη φυλακή, προτιμώντας κυρίως τον πιο ποιητικό όρο «μπουζού».

Η λέξη, σύμφωνα με το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, παράγεται από το ιταλικό bozzolo που σημαίνει «κουκούλι». Από αυτή τη λέξη παράγεται και το ρήμα «μπουζουριάζω», που σημαίνει «φυλακίζω, κρύβω, εξαφανίζω», αλλά και «τρώγω με λαιμαργία, καταβροχθίζω». Ομως από την μπουζού πιθανώς κατάγεται και η μπουζουριέρα. Ο Νίκος Τσιφόρος στο Γλωσσάρι, που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Τα παιδιά της πιάτσας» αναφέρει πως η μπουζουριέρα είναι «κάτι που καλύπτει, η πρόφαση, το καταφύγιο». Για παράδειγμα, μια νόμιμη επιχείρηση που κρύβει τις παράνομες δραστηριότητες του ιδιοκτήτη της είναι η μπουζουριέρα του.

Αλλο συνώνυμο της φυλακής είναι και τα «σίδερα» στον πληθυντικό – «σιδερώνω» σημαίνει φυλακίζω. Η φυλακή είναι επίσης γνωστή και ως «στενή», από την… ευρυχωρία των κελιών, ή «ψειρού», προφανώς από τα ενοχλητικά ζωύφια που ήταν, κάποτε τουλάχιστον, ο μόνιμος πληθυσμός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ενώ παλιά επίσης τη φυλακή τη λέγανε και «φρέσκο».

Τον «έκλεισαν στο φρέσκο» έλεγαν, δηλαδή τον φυλακίσανε – σαν να βάζεις κάτι νωπό σε ένα ψυγείο που θα το διατηρήσει για καιρό. Και μια που μιλάμε για τρόφιμα, τα σωφρονιστικά ιδρύματα είναι γνωστά και ως «τα φασόλια», πιθανότατα από τον πλούτο του διαιτολογίου των φυλακισμένων. Αλλες ιδιωματικές εκφράσεις για τη φυλακή είναι και «η μαντάλω» από τα μάνταλα, τους σύρτες και τις κλειδαριές των κελιών, ενώ ένας ευφημισμός για τους χώρους εγκλεισμού είναι και το υπερήφανο «λεβεντόμαντρα». Αλλωστε, όπως τραγούδησε κι ο Στέλιος Καζαντζίδης στο τραγούδι του 1957 «Ανοίξτε δεσμοφύλακες» των Κολοκοτρώνη/Χρυσίνη: «Ελα μανούλα / να σου πω / δυο λόγια, δυο κουβέντες / της φυλακής τα σίδερα / είναι για τους λεβέντες».

Οι νεοναζί «λεβέντες», παρ’ όλο που επικαλέστηκαν τη μανούλα τους, και τον πατερούλη τους, και τα αδελφάκια τους στο δικαστήριο, όταν ζυγίζονταν τα ελαφρυντικά τους, τελικά στη λεβεντόμαντρα θα καταλήξουν, όπου οι συγκρατούμενοί τους θα τους υποδεχτούν όπως μόνο αυτοί ξέρουν, όπως άλλωστε προοιωνιζόταν κι εκείνο το ιστορικό πανό που αναρτήθηκε στα καγκελόφραχτα παράθυρα των κελιών μεγάλου σωφρονιστικού καταστήματος. «Βρε καλώς τα παιδιά!» έλεγε εκείνο το πανό και πραγματικά θα άξιζε τον κόπο να δει κάποιος τους χρυσαυγίτες, που μαζεύονταν τριάντα για να μαχαιρώσουν έναν ή που πουλούσαν εκ τους ασφαλούς μαγκιά σε πανικόβλητους μετανάστες, να πηγαίνουν τοίχο τοίχο στα ντους προσέχοντας να μην τους πέσει το σαπούνι.