Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Είναι ζωτικό για την Επιτροπή να εξασφαλίσουμε προσιτά εμβόλια, αλλά προς το παρόν δεν σχολιάζουμε θέματα τιμών. Πρόκειται για εμπιστευτικές επιχειρηματικές πληροφορίες». Κάθε άλλο παρά καθησυχαστική ακούγεται η απάντηση εκπροσώπου της Κομισιόν στο ερώτημα της «Εφ.Συν.» για το πώς οι κεντρικές πρωτοβουλίες της Ε.Ε. για λογαριασμό όλων των κρατών-μελών θα επηρεάσουν τις τελικές τιμές των εμβολίων.

Κι αυτό, γιατί προκαλούνται πρόσθετα ερωτήματα για τη σπουδή της κυβέρνησης να συμφωνήσει με την Pfizer την παραγγελία 25 εκατ. δόσεων του εμβολίου, που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα είναι μακράν το ακριβότερο από όσα περιμένουν έγκριση.

Η «Εφ.Συν.» απηύθυνε στην επίτροπο Δημόσιας Υγείας Στέλλα Κυριακίδου τέσσερα συγκεκριμένα ερωτήματα για τη στρατηγική των εμβολίων:

  • 1) Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στις συμφωνίες προαγοράς που έχει κλείσει η Κομισιόν για έξι υποψήφια εμβόλια με τις αντίστοιχες των κρατών,
  • 2) Πώς εξασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξει αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών,
  • 3) Πώς επηρεάζει τις τιμές η πολιτική της Κομισιόν και
  • 4) Ποιος είναι ο σχεδιασμός για τη μεταφορά και διάθεση των εμβολίων. Η επίτροπος επικαλέστηκε φορτωμένο πρόγραμμα, επιφυλασσόμενη να απαντήσει προσωπικά το προσεχές διάστημα.

Αντ’ αυτής, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν για θέματα υγείας (Stefan De Keersmecker) έκανε την ακόλουθη δήλωση στην «Εφ.Συν.» ως συνόψιση της στρατηγικής της Επιτροπής:

«Διαπραγματευόμαστε εντατικά για τη διαμόρφωση ενός διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου εμβολίων σε λογικές τιμές. Οι διαπραγματεύσεις έχουν προχωρήσει με πολλές εταιρείες που δοκιμάζουν υποψήφιο εμβόλιο. Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, δεν θα δώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες για όλες τις εταιρείες με τις οποίες διαπραγματευόμαστε. Εχουμε καταλήξει σε καταρχήν συμφωνία με την AstraZeneca για σύμβαση αγοράς 300 εκατομμυρίων δόσεων, με δυνατότητα αγοράς 100 εκατομμυρίων επιπλέον εκ μέρους των κρατών-μελών της Ε.Ε. Αυτή η σύμβαση είναι σε ισχύ από 27 Αυγούστου.

Στις 18 Σεπτεμβρίου, τέθηκε σε ισχύ δεύτερη σύμβαση με τη Sanofi-GSK για έως 300 εκατομμύρια δόσεις. Στις 21 Οκτωβρίου υπογράψαμε τρίτη σύμβαση με την Johnson & Johnson για την αρχική αγορά 200 εκατ. εμβολίων με δικαίωμα επιπλέον αγοράς άλλων 200 εκατ. Στις 11 Νοεμβρίου καταλήξαμε σε συμφωνία με την BioNTech-Pfizer για προαγορά 200 εκατομμυρίων δόσεων με δικαίωμα επιπλέον 100 εκατομμυρίων.

Στις 17 Νοεμβρίου συμφωνήσαμε με την CureVac για 225 εκατομμύρια δόσεις με δικαίωμα για επιπλέον 180 εκατ. Και στις 25 Νοεμβρίου συμφωνήσαμε με τη Moderna για 80 + 80 εκατ. δόσεις. Ωστόσο, δεν μπορούμε να κάνουμε σχόλια για τις τιμές των εμβολίων, καθώς πρόκειται για εμπιστευτικές επιχειρηματικές πληροφορίες. Τονίζω μόνο ότι είναι ζωτικής σημασίας για την Επιτροπή να εξασφαλίσει προσιτή τιμή εμβολίου. Αυτή είναι κατευθυντήρια αρχή στις διαπραγματεύσεις με τους παραγωγούς».

Από τις απαντήσεις του εκπροσώπου της Κομισιόν, που ουσιαστικά παραθέτει ήδη ανακοινωθείσες συμφωνίες, προκύπτει ότι η Επιτροπή με τις 6 συμβάσεις προαγοράς (με απροσδιόριστη προκαταβολή) 1,3-1,9 δισ. δόσεων εμβολίων χοντρικά καλύπτει 3-4 φορές τον πληθυσμό της Ε.Ε. Υπάρχει, βεβαίως, η δέσμευση της Ε.Ε. να καλύψει και τις ανάγκες φτωχότερων χωρών. Ωστόσο, συνάγεται ότι υπάρχει διαπραγμάτευση και με άλλες εταιρείες, από τις πάνω από 150 που αναπτύσσουν εμβόλια.

Η ρήτρα εμπιστευτικότητας των διαπραγματεύσεων που επικαλείται η Ε.Ε., παρότι έχει χρηματοδοτήσει αδρά τις έρευνες στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας COVAX του ΠΟΥ, προδίδει ότι οι πολυεθνικές του φαρμάκου έχουν επιβάλει εκβιαστικά τους όρους τους και στην Ε.Ε., παρότι παίρνουν προκαταβολές, πράγμα που σημαίνει ότι τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα στο επίπεδο των κρατών-μελών. Είναι προφανές ότι όταν ο πανικός της πανδημίας κοπάσει και δώσει τη θέση στον ψύχραιμο απολογισμό, τα κραυγαλέα προβλήματα διαφάνειας στο παγκόσμιο παζάρι ζωής και θανάτου θα αποκτήσουν πολιτική προτεραιότητα.

Στα ερωτήματά μας για τα βήματα από την έγκριση μέχρι την τελική διάθεση των εμβολίων σε κάθε κράτος-μέλος, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν έδωσε ενδιαφέρουσες διευκρινιστικές απαντήσεις: «Από τη στιγμή που ένα εμβόλιο πάρει έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΜΑ), η Κομισιόν μέσα σε μέρες -και όχι εβδομάδες- θα ολοκληρώσει τις διαδικασίες για να βγει το εμβόλιο στην αγορά. Στη συνέχεια τα κράτη-μέλη θα προχωρήσουν στις παραγγελίες, με βάση τις αναλυτικές συστάσεις που τους έχουμε δώσει από τον Οκτώβριο.

Είναι όμως ευθύνη του κάθε κράτους-μέλους, σε συμφωνία με τους παραγωγούς εμβολίων, να οργανώσουν την αλυσίδα παραγγελίας, μεταφοράς, αποθήκευσης και διάθεσης στον πληθυσμό, με βάση τα πρωτόκολλα που έχουμε συμφωνήσει για τις ομάδες προτεραιότητας. Τα κράτη-μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν για τον λόγο αυτό και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας». Ο Μηχανισμός, ενισχυμένος και από το εργαλείο RescEU, ένα κοινό «καλάθι» μέσων που διαθέτουν ή μπορούν να αγοράσουν τα κράτη-μέλη με συγχρηματοδότηση, θεωρητικά διαθέτει πόρους άνω των 3 δισ. ευρώ, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να καλύψει ταυτόχρονα τις ανάγκες 27 κρατών-μελών.

Αρνητές εμβολίου και πιστοποιητικά εμβολιασμού

Κάποιοι θέλουν να το κάνουν… χθες. Κάποιοι εκφράζουν επιφυλάξεις και προτιμούν να προηγηθούν άλλοι, κυρίως λόγω φόβου για τυχόν άγνωστες παρενέργειες επειδή δεν έχει δοκιμαστεί μαζικά σε βάθος χρόνου, αλλά και υποψιασμένοι για πιθανές εκπτώσεις στην εσπευσμένη διαδικασία εγκρίσεων μέσω ανομολόγητων πολιτικο-οικονομικών πιέσεων. Κάποιοι, ωστόσο, το απορρίπτουν συλλήβδην είτε λόγω παράλογης και επικίνδυνης προκατάληψης στο πλαίσιο του διευρυνόμενου αντι-εμβολιαστικού κινήματος, είτε λόγω αντιδραστικής ιδεοληψίας (του τύπου «δεν γίνομαι πειραματόζωο και θύμα των αδίστακτων φαρμακοβιομηχανιών που κερδοσκοπούν ασύστολα σε βάρος μου»), είτε λόγω επιρροής από την αχαλίνωτη συνωμοσιολογία και την αντιεπιστημονική παραπληροφόρηση.

Ο ρόλος, λοιπόν, των αρνητών του εμβολίου κατά της λοίμωξης Covid-19 ίσως αποδειχτεί καίριος σε αυτή την κρίσιμη όσο και μακρόχρονη παγκόσμια μάχη, αν φανεί στην πορεία πως είναι τόσο πολλοί ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη συλλογικής ανοσίας στον πληθυσμό, υπονομεύοντας δυνητικά τον μετριασμό της πανδημίας το συντομότερο δυνατό και, σε τελική ανάλυση, το κοινό καλό.

Το μεγάλο στοίχημα τώρα έγκειται στο να κερδηθεί η δημόσια εμπιστοσύνη στην ασφάλεια των εμβολίων κατά της Covid-19 και να πειστούν με διαφάνεια και στιβαρά επιχειρήματα οι πολίτες για το ατομικό και κοινωνικό όφελος από τους εμβολιασμούς – ένα δύσκολο έργο για αρκετές κυβερνήσεις που επέτειναν την όποια λαϊκή καχυποψία εξαιτίας των ατέρμονων παλινωδιών και των τραγικών χειρισμών τους στην αντιμετώπιση της καταστροφικής υγειονομικής κρίσης. Επιστήμονες και αξιωματούχοι έχουν αρχίσει πλέον να βαράνε καμπανάκια.

«Για να νικηθεί αυτή η πανδημία, πρέπει επίσης να νικήσουμε την παράλληλη πανδημία της δυσπιστίας» διαμήνυσε τις προάλλες ο Φραντσέσκο Ρόκα, πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου, καλώντας κυβερνήσεις και οργανισμούς να καταπολεμήσουν τα fake news για τα εμβόλια και να οικοδομήσουν την εμπιστοσύνη για την κομβική σημασία των εμβολιασμών στην αποφασιστική αυτή συγκυρία. Σε όλο τον κόσμο «υπάρχει μια εντεινόμενη διστακτικότητα για τα εμβόλια γενικά και για τα εμβόλια κατά της Covid-19 ειδικά», τόνισε ο Ρόκα, παραπέμποντας σε πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς σε 67 χώρες, βάσει της οποίας η αποδοχή των εμβολίων κατά της Covid-19 συρρικνώθηκε σοβαρά μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου.

Στο ένα τέταρτο των χωρών μάλιστα έπεσε κοντά ή και κάτω από 50%, με τη Γαλλία να εμφανίζει μείωση αποδοχής από 51% σε μόλις 38% και την Ιαπωνία από 70% σε 50% αντίστοιχα. Και ο ΠΟΥ αναφέρθηκε την Πέμπτη σε άλλες πρόσφατες έρευνες που δείχνουν ότι σε κάποιες χώρες της Ευρώπης οι μισοί πολίτες δηλώνουν αβέβαιοι για το αν θα εμβολιαστούν.

Πέραν της ζόρικης εκστρατείας πειθούς με τη συμβολή βέβαια και της επιστήμης, δεν λείπουν οι νομικές και ηθικές προκλήσεις αφού η επιλογή εμβολιασμού ή μη είναι θεωρητικά δικαίωμα του καθενός. Τι γίνεται όμως όταν το ατομικό δικαίωμα προσκρούει στο δημόσιο συμφέρον; Οι περισσότερες κυβερνήσεις επιμένουν ότι οι εμβολιασμοί θα είναι οικειοθελείς, καθώς πιστεύεται πως το αντίθετο θα γύριζε μπούμερανγκ ως αυταρχισμός και παραβίαση ελευθερίας, φουντώνοντας ακόμα περισσότερο τις αρνητικές αντιδράσεις.

Στο προσκήνιο επανέρχονται τώρα ιδέες για «διαβατήρια ανοσίας» -τα οποία ο ΠΟΥ ξεκαθαρίζει ότι δεν συστήνει- ή για πιστοποιητικά εμβολιασμού, ενδεχομένως κοινά στην Ε.Ε., που θα μπορούσαν να καταστούν υποχρεωτικά, όχι απαραιτήτως από τα κράτη αλλά π.χ. από αεροπορικές εταιρείες και επιχειρήσεις οι οποίες ενδέχεται να απαγορεύουν μελλοντικά την πρόσβαση σε όσους δεν θα έχουν βεβαίωση εμβολιασμού. Ο ΠΟΥ μάλιστα «εξετάζει πολύ στενά τη χρήση της τεχνολογίας» για πιθανή θέσπιση «ηλεκτρονικού πιστοποιητικού εμβολιασμού» για τα ταξίδια. Ορισμένοι ειδικοί πάντως χαρακτηρίζουν πρώιμα τέτοια σχέδια, αφού μέχρι στιγμής τα εμβόλια δείχνουν πολύ αποτελεσματικά στο να εμποδίζουν μεν την ασθένεια από τον ιό, ίσως όχι όμως και τη μετάδοσή του. Για να εξακριβωθεί αυτό απαιτείται περαιτέρω επιστημονική έρευνα. Δεν έχει αποσαφηνιστεί, τέλος, η διάρκεια της ανοσίας που θα παρέχουν.