Πριν από μισό αιώνα, πέντε νέα παιδιά δημιούργησαν ένα συγκρότημα, συνδυάζοντας τη φολκ παράδοση της χώρας τους με σύγχρονα ακούσματα. Η χρονιά ήταν το 1969 και το συγκρότημα λεγόταν «Trees». Δεν γνώρισαν εμπορική επιτυχία τότε, ωστόσο δεν ξεχάστηκαν: το ενδιαφέρον για τη δουλειά τους παρέμεινε ζωντανό μέχρι σήμερα. Ο κιθαρίστας τους Ντέιβιντ Κόστα εξελίχτηκε σε έναν από τους πλέον επιτυχημένους art directors της ροκ μουσικής, έχοντας σχεδιάσει άλμπουμ όπως το «Goodbye Yellow Brick Road» του Ελτον Τζον και το «A Night at the Opera» των Queen. Με την αφορμή της επανέκδοσης των δύο άλμπουμ τους μαζί με νέο υλικό, ο Ντέιβιντ μας μίλησε για την ασυνήθιστη, συναρπαστική πορεία του.
● Ανακάλυψα τα δύο άλμπουμ σας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 όταν επανακυκλοφόρησαν και μετά βρήκα δύο αυθεντικές κόπιες στην CBS που με έκαναν πολύ χαρούμενο.
Εσάς σας έκαναν πολύ χαρούμενο, εμένα πολύ πλούσιο. Οι κόπιες αυτές είναι πολύ ακριβές πλέον. Εχω χάσει τις δικές μου αυθεντικές, σε κάποια μετακόμιση φαντάζομαι. Κοστίζουν πια 375 λίρες η καθεμία. Να τις προσέχετε αφού τις έχετε!
● Θα το κάνω. Εχω παρατηρήσει πως υπάρχει εκ νέου ενδιαφέρον για το συγκρότημα, οπότε είναι υπέροχο που επανακυκλοφορούν τώρα.
Κάτι που πάντοτε τονίζω είναι πως από την κυκλοφορία των άλμπουμ μέχρι σήμερα ήταν πάντα διαθέσιμα. Οταν υπέγραψα το συμβόλαιο με την Earth recordings, συμφώνησα με τη Sony (που κληρονόμησε τον κατάλογο της CBS) να τα αποσύρει. Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που δεν είναι διαθέσιμα σε οποιοδήποτε φορμάτ.
● Φανταζόσασταν όταν ηχογραφούσατε αυτά τα άλμπουμ ότι 50 χρόνια αργότερα θα υπήρχε τέτοιο ενδιαφέρον;
Είναι το τελευταίο που θα φανταζόμουν! Τα πρώτα χρόνια μετά την κυκλοφορία τους δεν είχαν καθόλου εμπορική απήχηση. Επειδή όμως ήταν πάντοτε διαθέσιμα, συνειδητοποίησα με τα χρόνια ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ενδιαφέρον. Τη δεκαετία του 1980 μάλιστα έκανα remastering για cd. Με την εμφάνιση του διαδικτύου, αυτό το ενδιαφέρον έγινε ακόμα πιο εμφανές. Αρχίσαμε να βλέπουμε κάθε τόσο αναρτήσεις για τους Trees, καθώς και σχετικές με εμάς αναφορές σε κριτικές για σύγχρονα συγκροτήματα. Εγινε ξεκάθαρο πως για κάποιους λόγους αρχίσαμε επιτέλους να έχουμε απήχηση σε ένα νεανικότερο κοινό. Αυτό που είχαμε προσπαθήσει να κάνουμε τόσα χρόνια πριν, άρχισε να βρίσκει ανταπόκριση τώρα! Τι να πω… Κάλλιο αργά, παρά ποτέ.
● Προσπαθώ να φανταστώ πώς ήταν όταν ξεκινήσατε. Ηχογραφήσατε διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών, καθώς και δικές σας συνθέσεις. Τι συνέβη με το κίνημα της ψυχεδελικής φολκ;
Χαίρομαι πραγματικά που χρησιμοποιήσατε τη λέξη «ψυχεδελική». Εν αρχή ην η ορολογία. Εκείνη την εποχή μάς κατηγοριοποιούσαν πολύ συχνά ως «ηλεκτρική φολκ» – δίχως να ’ναι αυτή η πρόθεσή μας. Ηταν ξεκάθαρη σύμπτωση ότι εμφανιστήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα με συγκροτήματα όπως οι Fairport Convention, οι Steeleye Span και οι Pentangle. Δεν είχαμε καν συνειδητοποιήσει πως υπήρχε δραστηριότητα προς αυτή την κατεύθυνση – ο όρος «φολκ ροκ» δεν υπήρχε ακόμα, ούτε και κάποιο κίνημα ψυχεδελικής φολκ. Εφερα παραδοσιακό υλικό στο συγκρότημα, επειδή μόνο αυτό μπορούσα να κάνω. Οταν βρεθήκαμε οι πέντε μας, ο καθένας συνεισέφερε ό,τι είχε. Εγώ μεγάλωσα μέσα στα φολκ κλαμπ του Λονδίνου και ήμουν φολκ κιθαρίστας.
Ο Bias Boshell είχε κλασικές επιρροές, ο Barry Clarke αγαπούσε περισσότερο τη ροκ, παρόλο που κι αυτός σύχναζε στα φολκ κλαμπ, η Celia Humphris μπορούσε να τραγουδήσει τα πάντα και ο Alun Eden ήταν κυρίως ντράμερ της τζαζ. Ημασταν πολύ νέοι και το μόνο που είχε να φέρει στο τραπέζι ο καθένας μας ήταν οι ατομικές του δεξιότητες. Και σε αυτή τη λύση καταλήξαμε. Ευτυχώς, σήμερα αναφερόμαστε συχνά ως φολκ ροκ συγκρότημα, αλλά ανήκουμε σε περισσότερα είδη: acid folk, freak folk, psychedelic folk. Προσωπικά είμαι πολύ ευτυχέστερος σήμερα με τις νέες ορολογίες, γιατί η ένταξή μας στη φολκ ροκ ήταν αυτό που, κατά κάποιον τρόπο, μας σκότωσε. Οι προσωπικές μου επιρροές ήταν όλα τα σπουδαία συγκροτήματα της δυτικής ακτής των ΗΠΑ του τέλους της δεκαετίας του 1960 (Quicksilver Messenger Service, It’s A Beautiful Day, Steve Miller, Grateful Dead κ.ά.).
● Μου είπατε πως αυτά τα άλμπουμ δεν είχαν εμπορική επιτυχία όταν κυκλοφόρησαν, όμως κάνατε πολλές ζωντανές εμφανίσεις. Τι είδους κοινό είχατε;
Εμφανιζόμασταν σε πανεπιστήμια, φοιτητικούς συλλόγους, σε πολλά κλαμπ για φοιτητές. Μετά από κάποιους μήνες σκληρής δουλειάς επιτύχαμε να παίζουμε και σε πιο αναγνωρισμένες αίθουσες συναυλιών: το Queen Elizabeth Hall και το Fairfield Halls στο Λονδίνο, το Colston Hall στο Μπρίστολ και τελικώς συμμετείχαμε και σε μερικές συναυλίες σε στάδια. Κάναμε περιοδείες μαζί με ένα-δυο άλλα συγκροτήματα. Βρεθήκαμε ν’ ανοίγουμε τις συναυλίες μεγάλων συγκροτημάτων εκείνης της εποχής. Το κοινό μας είχε έντονη πολυμορφία. Το πανεπιστημιακό κύκλωμα μας έκανε πολύ καλό. Αποκτήσαμε πολλούς οπαδούς εκεί.
● Κάνατε και περιοδείες… Πώς ήταν;
Εχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε! Ηταν υπέροχα. Βέβαια, η ζωή στον δρόμο ήταν πολύ δύσκολη. Μεροδούλι- μεροφάι. Ταξιδεύαμε με ένα φορτηγό και πηγαίναμε εδώ κι εκεί. Γύρω στα μέσα του 1970 είχαμε κατακτήσει μερικές μικρές πολυτέλειες. Είχαμε αυτοκίνητο και οδηγό! Αυτό μας επέτρεπε να είμαστε πιο χαλαροί στις διαδρομές και να απολαμβάνουμε περισσότερο τις συναυλίες μας και τα συγκροτήματα με τα οποία παίζαμε μαζί. Ωστόσο, παρέμενε πάντα δύσκολο τεχνικά να έχουμε την απόδοση που θέλαμε. Φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να έχεις επί σκηνής μια ακουστική κιθάρα δίπλα σε μια ηλεκτρική κιθάρα που ουρλιάζει και το να πρέπει να βγει η αιθέρια, ντελικάτη φωνή της Celia πάνω από τα ντραμς… Ηταν πάντα δοκιμασία να τα βγάλουμε πέρα. Αλλωστε ποτέ δεν είχαμε υψηλής ποιότητας εξοπλισμό – εκτός αν τον δανειζόμασταν από κάποια μεγάλη μπάντα. Ποτέ δεν είχαμε τα μέσα για να επιτύχουμε το καλύτερο που θα μπορούσαμε, αλλά τελικά αποδειχθήκαμε ικανοί να σταθούμε επάξια δίπλα σε μερικές από τις σπουδαιότερες μπάντες.
● Θα θέλατε να μας διηγηθείτε κάποιες ιστορίες;
Δώσαμε κάποιες υπέροχες συναυλίες, κάποιες τελείως τρελές… Παίξαμε στο διαβόητο Le Bourget στο Παρίσι με τους Pink Floyd και τους Ginger Baker’s Airforce. Ηταν σκέτη παράνοια! Ηταν ένα τριήμερο φεστιβάλ όπου ανακαλύψαμε ότι οι διοργανωτές δεν είχαν καθόλου χρήματα. Τελικά όλοι, μα όλοι μας, αναγκαστήκαμε να μπούμε στο λεωφορείο και να το σκάσουμε χωρίς να πληρώσουμε τον λογαριασμό του ξενοδοχείου! Το να παίζεις με τον Ginger Baker ήταν εμπειρία. Κάναμε περιοδεία με τους Fleetwood Mac στα τέλη του 1970, μόλις τους είχε εγκαταλείψει ο Peter Green. Κι αυτό ήταν εντελώς τρελό. Τις περισσότερες φορές τα πράγματα ήταν σχετικώς αξιοπρεπή. Δεν υπάρχουν πολλές ιστορίες ροκ εξαλλοσύνης. Δεν πετούσαμε τηλεοράσεις από τα παράθυρα, ούτε οδηγούσαμε τις μοτοσικλέτες μας στους διαδρόμους των ξενοδοχείων – άλλωστε δεν μπορούσαμε ποτέ να πληρώσουμε τέτοια ξενοδοχεία.
● Σας πιστεύω, αλλά εξηγήστε μου τι θα πει «τρελό»;
Πραγματικά δεν μπορώ. Οταν έχεις να κάνεις με τα πιο έμπειρα και επιτυχημένα συγκροτήματα, είναι σαν να μπαίνεις κατά κάποιο τρόπο στη Χώρα του Ποτέ, είναι σαν ταξίδι στον Αδη. Κρατάς το στόμα σου κλειστό και απλώς κάνεις αυτό που έχεις να κάνεις.
● Εχει ακουστεί ότι στο ξεκίνημά σας παίξατε μία φορά με τον David Bowie.
Πράγματι! Ηταν στις αρχές του 1969, σε μία εκκλησία του Notting Hill στο Λονδίνο, όπου παίζαμε τακτικά. Πρέπει να ήταν ένα-δυο μήνες πριν κυκλοφορήσει το Space Oddity, το οποίο φυσικά άλλαξε τα πάντα για τον ίδιο. Οταν παίξαμε μαζί του, ήταν μόνο εκείνος με μια μεγάλη ακουστική Gibson. Δεν το λες και κακό ξεκίνημα – ήταν μόλις η δεύτερη ή τρίτη εμφάνισή μας.
● Αφού διαλύθηκαν οι Trees, παραμείνατε ενεργός στον μουσικό χώρο αλλά σε εντελώς διαφορετικό ρόλο.
Στάθηκα πολύ τυχερός. Μέσα σε δύο χρόνια από την αποχώρησή μου από το συγκρότημα, στις αρχές του 1971, δούλευα στην εταιρεία DJM με τον Dick James. Μία από τις πρώτες δουλειές μου ήταν για τον Elton John: βοήθησα στο «Don’t Shoot Me I Am Only The Piano Player». Σε λιγότερο από έναν χρόνο ιδρύθηκε η Rocket Records και απορροφήθηκα εκεί ως ο art director του Elton στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το να κάνω την πρώτη μου δουλειά με κάποιον σαν τον Elton ήταν και πάλι όπως το να κάνεις την πρώτη σου εμφάνιση δίπλα στον David Bowie. Δεν με χάλασε καθόλου!
Από εκεί και μετά, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, είχα την ευλογία να χτίσω μια καριέρα όπου συνεργάστηκα πραγματικά με όλα τα κορυφαία ονόματα της γενιάς μου, συμπεριλαμβανομένων των Beatles, των Rolling Stones, του Eric Clapton, του Phil Collins και αργότερα με τους Take That, τις Spice Girls, την Beyonce. Τα τελευταία 25 χρόνια είχα το δικό μου design group ως creative director. Επρόκειτο να δουλέψω με τον Michael Jackson για την περιοδεία του One. Θα σχεδίαζα το tour book και θα συμμετείχα στον σχεδιασμό του merchandise, αλλά πέθανε. Αυτό θα ήταν ένα υπέροχο φινάλε στην καριέρα μου. Αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον ότι η πρώτη και η τελευταία δουλειά που έκανα, πριν αποσυρθώ επισήμως, ήταν για τον Elton. Σχεδίασα το βιβλίο για το Million Dollar Piano Show του στο Λας Βέγκας. Αρχίζοντας και τελειώνοντας μαζί του, έκλεισε ένας κύκλος.
● Εχετε μπει στον πειρασμό να συναντηθείτε και να παίξετε ξανά μαζί ως Trees;
Το κάναμε. Παίξαμε, ο Bias κι εγώ. Ο γιος μου μάς έκανε παρέα με κάποιους μουσικούς, οι οποίοι συμπτωματικά ήταν οπαδοί των Trees. Οταν συνειδητοποίησαν ότι ο Sebastian ήταν γιος μου, θεώρησαν καλή ιδέα να κάνουμε κάτι μαζί. Με την πρώτη ευκαιρία κάλεσα τον Bias. Ο Alun δυστυχώς είχε πεθάνει. Ο Barry και η Celia ήταν στη Γαλλία και δεν μπορούσαν να έρθουν. Τελικά ο Bias κι εγώ, μαζί με δέκα ακόμα μουσικούς, παίξαμε στο Cafe OTO στο Λονδίνο τα Χριστούγεννα του 2018. Hταν μια υπέροχη συναυλία. Στην επανέκδοση της Earth συμπεριλαμβάνονται δύο κομμάτια που ηχογραφήθηκαν ζωντανά εκείνο το βράδυ. Αν δεν υπήρχε η πανδημία, είχαμε συζητήσει με την εταιρεία το ενδεχόμενο να δώσουμε μια-δύο συναυλίες ακόμα, μαζί με τον Barry και τη Celia αυτή τη φορά. Δεν έχουμε εγκαταλείψει την ιδέα. Αλλά όπως ξέρετε αυτή τη στιγμή δεν γίνονται πουθενά ζωντανές εμφανίσεις και κανείς δεν ξέρει πότε θα ξαναρχίσουν. Iσως την επόμενη χρονιά να τα καταφέρουμε!
Η επετειακή έκδοση για τα 50 χρόνια από την κυκλοφορία των «The Garden of Jane Delawney» και «On The Shore» των Trees κυκλοφορεί από την Earth Recordings.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
