ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάτια Δανδουλάκη. Μιχάλης Ρέππας. Θανάσης Παπαθανασίου. Η καριέρα τους είναι στεφανωμένη με επιτυχίες. Ομορφη και επιβλητική. Ζεστή και οικεία, η Κάτια Δανδουλάκη συναναστράφηκε κι έζησε κοντά σε ογκόλιθους του πνεύματος. Ισως αυτό να οφείλεται και στο ύψος της. Απόφοιτη του Θεάτρου Τέχνης, είχε δάσκαλό της τον Κάρολο Κουν. Στο κολέγιο απ’ όπου αποφοίτησε είχε καθηγήτρια μια ξεχωριστή προσωπικότητα και κοινή μας φίλη, τη διευθύντρια Μαρία Φωτεινού. Συνοδοιπόρος της ζωής της, ο Μάριος Πλωρίτης.

Σε μια βαρυσήμαντη ιστορική εποχή, έχουν παρέα τους: Μελίνα Μερκούρη με Ντασσέν, Χρήστο Λαμπράκη, Μιχάλη Κακογιάννη, Ανδρέα Βουτσινά, Οδυσσέα Ελύτη κ.ά. Η Κάτια όλον αυτόν τον κόσμο των γραμμάτων τον έβλεπε σαν τους οπαδούς μιας θρησκείας που ήταν αφοσιωμένοι με ευλάβεια και σεβασμό στον πολιτισμό.

Μερικές από τις αξιοπρόσεκτες αρετές της είναι η οργάνωση και η οξυδέρκεια του μυαλού της. Η συνέπειά της, η σεμνότητα, το χιούμορ και το νεανικό της σφρίγος. Στο μεγάλο βιβλίο της ζωής της, όλες οι σελίδες είναι διαφανείς.

Οταν ζήτησα να επιλέξει έναν σκηνοθέτη, μου πρότεινε τους Ρέππα – Παπαθανασίου. Της είπα ότι ήμουν επιφυλακτική γιατί οι καλεσμένοι μας είναι δύο. Μου απάντησε: «Μα αυτοί οι δυο είναι ένας». Πόσο υπέρτατο! Σε μια εποχή που ο θαυμασμός είναι σπάνιος, εξακολουθούν να τον κερδίζουν. Με οξύτατο πνεύμα, χιούμορ, το δίδυμο αυτό είναι ανθεκτικό στον χρόνο όπως τα πολύτιμα μέταλλα που τα γυαλίζουμε αλλά δεν φθείρονται. Εκεί που νομίζεις κάποιες φορές πως απέτυχαν στο παιχνίδι της ζωής, ξανακερδίζουν τα χαμένα σαν να τους δίνει ένας κρουπιέρης σε ένα καζίνο μια τυχερή μάρκα.

Στο Μουσείο Χατζηκυριάκου Γκίκα που μας φιλοξενεί νιώθουμε τη σιωπή των ηρώων του πνεύματος, το έργο τους, τα βραβεία τους να μας προσφέρουν αγαλλίαση. Η ανάδειξη αυτή του αρχειακού υλικού δικαιούται εγκώμια και οφείλεται στον Αγγελο Δεληβορριά.

● «Οι δύο ένας» λοιπόν, πόσο δυνατό!

Μ.Ρ.: Προτιμώ τη λέξη φιλία. Μια ταύτιση απόψεων υπάρχει ευτυχώς με τον Θανάση από την πρώτη στιγμή. Μας αρέσουν οι ίδιες ταινίες, τα ίδια βιβλία, τα ίδια πράγματα…

Θ.Π.: Υπάρχουν κάποια κοινά. Θα μπορούσαμε, όμως, να είμαστε και δυο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι.

Μ.Ρ.: Είμαστε! Ομως, θα μπορούσα να πω πως έχουμε απόλυτα κοινές αντιλήψεις στα καλλιτεχνικά θέματα, στα πολιτικά βέβαια, και στην αίσθηση που αφορά το δίκαιο, το φιλότιμο, την αξιοπρέπεια.

● Και με την Κάτια πώς προέκυψε αυτός ο έρωτας;

Κ.Δ.: Ηθελα τόσο πολύ να βρεθώ με τα παιδιά και σκεφτόμουν ποιος θα είναι ο πιο ευθύς τρόπος. Επειδή δεν παραπέμπω σε κάτι κωμικό, ποιος θα σκεφτεί να πει «πάμε να δούμε την Κάτια Δανδουλάκη να σκάσουμε στα γέλια»; Τους είπα να γράψουν μια κωμωδία για τη Μαρία Καβογιάννη και μετά να την παίξω εγώ (γέλια)!

Μ.Ρ.: Λάθος τρόπος προσέγγισης.

● Λίγο πονηρός…

Κ.Δ.: Μετά την πρώτη μας συνεργασία δεν ξαναχωρίσαμε και κάναμε τη μία επιτυχία πάνω στην άλλη γιατί δεθήκαμε πια πολύ ουσιαστικά και σαν φίλοι. Δεν δημιουργώ εύκολα φιλίες. Οταν θαυμάσω, όμως, αμέσως αγαπάω ή ερωτεύομαι. Πρέπει να εκτιμώ και να θαυμάζω κάποιον για να τον κάνω φίλο ή να συνεργαστώ μαζί του.

Με τα παιδιά όταν τελειώσαμε αυτό που ετοιμάζουμε τώρα τους είπα: «Ευχαριστώ για το δώρο που μου κάνατε». Γιατί είναι ένα δώρο που βγήκε μέσα από την ψυχή τους και ταυτίζεται τόσο πολύ με τη δική μου.

Δυσκολεύομαι πολύ με τα χρόνια, όταν δεν μιλάω την ίδια γλώσσα λόγω άλλης αγωγής, άλλης ανατροφής, άλλου παρελθόντος, να συνυπάρξω με κάποιον. Χωρίς να υποτιμώ κανέναν λόγω αυτών των διαφορών.

● Τι θαυμάζεις στους Ρέππα – Παπαθανασίου;

Κ.Δ.: Οχι μόνο έχουν μεγάλη ιστορία αλλά είναι και πολυεπίπεδοι. Γράφουν για θέατρο και κινηματογράφο, επίσης τηλεόραση, όπως και κωμωδία ή δράμα. Κουβαλάνε αυτή τη μεγάλη βεντάλια με μια παιδεία ανάλογη. Αυτά δεν γίνονται από μόνα τους.

● Είναι κάτι πλατύ κι απεριόριστο….

Κ.Δ.: Ακριβώς. Εγώ πιστεύω πολύ στον σκηνοθέτη. Στο μάτι που κατευθύνει και σου δείχνει τι πρέπει να προσέξεις. Οσες φορές είδα παραστάσεις που δεν είχαν στέρεη σκηνοθεσία, τα μηνύματα δεν ήταν ευθύβολα, σαν να ήταν στο κεφάλι ενός μεθυσμένου.

Μ.Ρ.: Θυμάσαι, Κάτια, που υπήρχε κάποια ένταση σε μια δουλειά και σου είπα: «Κάτια μου, άντρες σαν κι εσένα δεν βρίσκονται κάθε μέρα».

Για την Κάτια θα έλεγα ότι μας εντυπωσιάζει η συνέπειά της, η λεπτότητα με την οποία χειρίζεται το κάθε θέμα. Οταν θέλει να διευθετήσει κάτι, υπακούει απόλυτα στην επαγγελματική δεοντολογία.

Θ.Π.: Είναι πολύ σπάνιο. Η αίσθηση της τιμιότητας που έχει η Κάτια. Είναι ντόμπρα. Γι’ αυτό είπαμε άντρας (γέλια)! Είναι, όμως, πολύ περίεργα εύθραυστη και ριψοκινδυνεύει πολύ.

Κ.Δ.: Είμαι στρατιώτης αλλά στα δύσκολα, αν ο λόχος μου φύγει, ξέρω και να ηγηθώ. Δεν αισθάνομαι αβεβαιότητα τέτοιου είδους. Η ανασφάλεια η δική μου ήταν πάντα τι θα κάνω αν φύγουν οι άνθρωποί μου. Τους έχασα όλους. Συνεχίζω να ζω. Ελεγα τι άλλο έχω να φοβηθώ τώρα; Α! Βρήκα κάτι που φοβάμαι. Δεν μπορώ τα τραντάγματα στο αεροπλάνο.

Θ.Π.: Τα κενά αέρος φοβάσαι;

Κ.Δ.: Εκανα δυο ταξίδια του τρόμου. Ηταν αυτό που λέμε «τώρα πέσαμε!» Σ’ ένα διάστημα όταν έρχεσαι από Κύπρο – Ελλάδα, έχει συνήθως πολλά κενά.

● Μίλησες για απώλεια ανθρώπων σημαντικών. Πάντα, η απουσία προκαλεί έναν πόνο. Ομως, αυτοί οι άνθρωποι μήπως εξακολουθούν να είναι μέσα μας;

Κ.Δ.: Και μόνο που βρισκόμαστε εδώ, αυτό φαίνεται.

● Ακόμα κι αυτούς που δεν γνωρίσαμε…

Μ.Ρ.: Εγώ μπορεί να μην τελείωσα τη σχολή του Κουν, αλλά τον έχω στο αίμα μου. Για τον Μινωτή έχω ακούσει ότι ήταν ένας αντιπαθητικός άνθρωπος αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν τον θαυμάζω ή πως δεν ανακαλύπτω συνέχεια σημαντικά πράγματα γι’ αυτόν. Θεωρώ ότι ο βόρειος κι ο νότιος πόλος στο θέατρο ήταν ο Μινωτής κι ο Κουν. Νιώθω ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς. Ας θυμηθούμε, όμως, και ζωντανούς όπως τον Σταμάτη Φασουλή, που επαναπροσδιόρισε το θέατρο σε μεγάλο βάθος και πλάτος. Δεν έχει αποτιμηθεί αρκετά η προσφορά του. Η κωμωδία παρεξηγείται εύκολα. Ο κόσμος αντιμετωπίζει το δράμα σαν σύζυγο και την κωμωδία σαν ερωμένη.

● Βλέπετε φως στον ορίζοντα;

Θ.Π.: Αυτή η περίοδος μου φαίνεται σαν μπλακ άουτ.

Μ.Ρ.: Θανάση, ερχόταν το τσουνάμι, από το 2008. Ανέβαινε η στάθμη μέχρι που πνιγήκαμε. Αλλά, δεν έγινε απότομα.

Κ.Δ.: Παιδιά, εγώ το αισθάνθηκα αυτό με το που μπήκαμε στο 2000. Σιγά σιγά, ανεπαίσθητα και διακριτικά, διαβρωτικά, έμπαινε μια περίεργη αλλαγή. Στην αρχή έλεγα μου φάνηκε. Αρχισε να μεταλλάσσεται η γλώσσα. Αρχισα να το λέω στον Μάριο τότε κι αυτός με ρώτησε: «Για πες μου αυτές τις μοντέρνες εκφράσεις που λέτε μεταξύ σας». Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήθελε να μάθει κάτι από την καθομιλουμένη γιατί η κατηγορία των παιδιών στο Πανεπιστήμιο ήταν μια μερίδα στοχευμένη. Εγώ ήμουν ανοιγμένη στην κοινωνία. Εβλεπα την επιτάχυνση και τώρα είμαστε πια στο τσουνάμι.

● Θα γεννηθεί κάτι νέο μετά απ’ αυτό;

Θ.Π.: Εδώ γεννήθηκε κάτι μετά από τους πολέμους. Αυτό είναι πολύ πιο ήπιο, ακόμα κι από την ισπανική γρίπη.

Μ.Ρ.: Εμένα δεν με φοβίζει η κρίση για το θέατρο καθόλου. Εμείς με τον Θανάση βγήκαμε στη δουλειά με τη διάθεση να ξαναενώσουμε τα δυο ποτάμια που κάποια στιγμή σπάσανε. Μέχρι που έγραφε ο Ξενόπουλος το θέατρο ήταν ένα. Από το ’60 και μετά ξεκινάει ίσως αυτό: που είναι από δω ο Σακελλάριος, από εκεί ο Καμπανέλλης. Πολύ σπουδαίοι και οι δυο αλλά αυτοί όρισαν δύο είδη θεάτρου. Εμείς το θέατρο το αντιλαμβανόμαστε ως ένα. Θα θέλαμε, και αυτή είναι η φιλοδοξία μας, να κάνουμε αυτά τα δύο ένα. Οσο προχωράνε τα χρόνια όμως, βλέπουμε ότι είμαστε δύο πολύ μοναχικοί άνθρωποι σε αυτό το είδος και το θέατρο ακολουθεί αυτό. Από τη μία το εμπορικό θέατρο με παραστάσεις που θα τις έλεγα πολύ επιδερμικές και από την άλλη ένα λόγιο θέατρο που όλο χειροτερεύει χάνοντας απόλυτα σε αξιοπιστία απέναντι στο κοινό.

● Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι ένα ποιοτικό έργο προϋποθέτει ή όχι εμπορικότητα;

Θ.Π.: Οταν χωρίσεις αυτά τα δυο, δεν έχεις τελικά τίποτε απ’ τα δυο.

Κ.Δ.: Εμένα η πρώτη μου τοποθέτηση στο επάγγελμα ήταν ακριβώς αυτή που είπαν τα παιδιά. Δηλαδή, όταν γράφονταν οι αρχαίες τραγωδίες για θέατρα 5 και 6 χιλιάδων ανθρώπων, γράφονταν ακριβώς γι’ αυτό. Γιατί όφειλαν να είναι εμπορικές.

Μ.Ρ.: Ο Τάσος ο Λιγνάδης στο βιβλίο του επισημαίνει το εξής: «Κοινό σαν της αρχαίας τραγωδίας μόνο σε ποδοσφαιρικό αγώνα μπορείς να βρεις». Τόσο διαταξικό.

Κ.Δ.: Ετσι μπράβο. Ο τρόπος δηλαδή που δέχονται και κρίνουν οι κάτοικοι του Λυγουριού, στην Επίδαυρο, τις παραστάσεις είναι φιλοσοφημένος τρόπος. Τις έχουν δει όλες και τις γεύονται σαν τα αιώνια παραμύθια της ζωής. Αυτό το πράγμα είτε κωμωδία είτε δράμα οφείλει να είναι εμπορικό. Ποιος είναι αυτός που τοποθέτησε την εμπορικότητα απέναντι στο θέατρο και την ξεχώρισε από την ποιότητα.

Μ.Ρ.: Αυτός ο καρκίνος, Κάτια, στο επάγγελμά μας εμφανίστηκε στη δεκατετία του ’70. Μέχρι τότε ταύτιζαν την ποιότητα της παράστασής τους με την ανταπόκριση του κόσμου.

● Τι φοβάστε από αυτή την κρίση;

Κ.Δ.: Φοβάμαι ότι έχουμε χάσει την αγκαλιά. Ολοι είναι μπροστά σε μια οθόνη. Δεν θα ξεχάσω πως ήμουν διακοπές κι ήταν μπροστά μας μια οικογένεια. Παιδί και οι γονείς του. Γύρω στα 7 και οι γονείς νέοι, στα 30. Κάτσαμε να φάμε και στην ταβέρνα δεν αντάλλαξαν μεταξύ τους μια κουβέντα. Γνωρίζονται κορίτσια και αγόρια μ’ ένα sms στο κινητό ή από το ίντερνετ.

Και θυμάμαι κάτι που έγινα ρεζίλι και δεν θα το ξεχάσω. Βρισκόμουν σε μια διασταύρωση πτήσεων στο Μόναχο, βλέπω μπροστά μου έναν αεροσυνοδό και προσπαθώντας να ρωτήσω κάτι του λέω: «Με συγχωρείτε, θέλω κάτι να ρωτήσω». Διαπιστώνω αμέσως ότι ήταν ρομπότ. Ευτυχώς δεν με πήραν χαμπάρι. Δεν αποκλείεται και να μου απαντούσε. Ε μ’ αυτό εγώ δεν τρομάζω;

● Ποια είναι η άποψή σας για τον θεατρικό λόγο;

Κ.Δ.: Ο θεατρικός λόγος για μένα είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Γιατί πρέπει να είναι εντελώς συμπυκνωμένος, όχι περιγραφικός, να μιλάει για πολύ απλά πράγματα.

Μ.Ρ.: Είναι εντυπωσιακό πώς δύο τέχνες που καλλιεργήθηκαν κατά βάση στα μεγάλα σχολεία της Ευρώπης τελειοποιήθηκαν στη Ρωσία. Από τη μία το μυθιστόρημα με τον Ντοστογιέφσκι και από την άλλη το θέατρο με τον Τσέχοφ. Δεν ξέρω αν υπάρχει μεγαλύτερος συγγραφέας. Αυτός ο άνθρωπος, αν παρατηρήσεις, έχει μια χαλαρή πλοκή με κάποια πολύ προφανή πράγματα. Και τελικά βγαίνοντας απ’ το θέατρο λες «είδα ολόκληρη τη ζωή σε δυο ώρες».

● Με την πανδημία, αναδείχθηκε η δύναμη της τηλεόρασης.

Κ.Δ.: Εγώ είμαι όλη η ιστορία της τηλεόρασης.

Μ.Ρ.: Κάποια στιγμή, Κάτια, σκεφτήκαμε μήπως κάναμε μια επιθεώρηση με θέμα την τηλεόραση. Θα την ονομάζαμε: «Από τη Μάρμω στην Ανέτ». Τα ονόματά σου, δηλαδή.

Θ.Π.: Εγώ θεωρώ ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό, υπεύθυνο και δύσκολο όσο το να κάνεις τηλεόραση. Θα πρέπει να βλέπεις και το σκουπιδαριό της τηλεόρασης για να καταλάβεις την εσωτερική ηλικία μιας εποχής. Δεν μπορείς να είσαι αποκομμένος σ’ έναν κόσμο δικό σου. Πρέπει να δεις και την κατάντια.

Μ.Ρ.: Θανάση, είναι ένας πολύ άμεσος καθρέφτης.

● Πρόκειται, από δύο, οι τρεις σας να γίνετε ένας!

Μ.Ρ.: Ηταν μια παραγγελία της Κάτιας. Μέσα σε δυο μέρες καταλήξαμε σε μια φόρμα. Το έργο είναι η ιστορία μιας γυναίκας που γεννήθηκε περίπου το ’50. Είναι φοιτήτρια το ’70, και γνωρίζει τον πρώτο της σύζυγο. Εχει παντρευτεί δύο άντρες. Ο δεύτερος σύζυγος είναι ο σημαντικός, ο μεγάλος της έρωτας. Ενας άνθρωπος περίεργος, φοιτητής στο Πολυτεχνείο στη χούντα. Αργότερα στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Μετέπειτα στο ΠΑΣΟΚ. Στη συνέχεια ιδρύει μια εταιρεία πληροφορικής, γίνεται μεγάλος και τρανός. Από τον Χολαργό μετακομίζουν στην Εκάλη. Το 2010, όταν δικάζονταν διάφοροι πλούσιοι, περνάει από δίκη, φυλακίζεται και χάνουν όλα τους τα λεφτά. Μέσα από τους έρωτες μιας γυναίκας η οποία κατά βάση υπήρξε μια αστή, κοκέτα γυναίκα, σ’ ένα δεύτερο πλάνο περνάνε πέντε δεκαετίες ιστορίας της Ελλάδας.

Κ.Δ.: Είναι μονόλογος με πολλή συγκίνηση και πολύ γέλιο.

Μ.Ρ.: Και τα άλλα δύο έργα που είχαμε κάνει για την Κάτια ήταν γραμμένα γι’ αυτήν, αλλά αυτό παραείναι. Είναι η αιτία που γράφτηκε. Εχουμε βάλει και μερικά πολύ αστεία σημεία. Η Κάτια έχει τρελαθεί, της αρέσει πολύ. Δεν έχει κάνει για άλλο έργο μας έτσι. Λέγεται «Το καινούργιο παιδί». Με αυτό το έργο πλησιάσαμε το σύμπαν άπαν της Κάτιας Δανδουλάκη.

Κ.Δ.: Ναι, αλήθεια είμαι ξετρελαμένη.