Ούτε παραγγελιά από «γύπες», «κοράκια» και λοιπά όρνεα -που πετούν απειλητικά τον τελευταίο καιρό πάνω από ακίνητα, επιχειρήσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία που βγαίνουν στο σφυρί λόγω των λουκέτων που έφερε η κρίση του κορονοϊού- να ήταν το φετινό Νόμπελ Οικονομίας.
Η Σουηδική Βασιλική Ακαδημία Επιστημών αποφάσισε να βραβεύσει τους Αμερικανούς οικονομολόγους Πολ Μίλγκρομ και Ρόμπερτ Γουίλσον για τη συμβολή τους στη θεωρία των δημοπρασιών, η οποία αποτελεί παρακλάδι της θεωρίας των παιγνίων. Οι δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ τιμήθηκαν από τη σουηδική ακαδημία για τις βελτιώσεις που έφεραν στη θεωρία δημοπρασιών, όπως και τις νέες μορφές δημοπρασιών που επινόησαν.
Η εργασία τους, σύμφωνα με την ακαδημία, ωφέλησε τόσο τους πωλητές όσο και τους αγοραστές και τους φορολογούμενους σε όλο τον κόσμο, ενώ οι νέες μορφές δημοπρασιών που εισηγήθηκαν αξιοποιήθηκαν μεταξύ άλλων για την πώληση ραδιοφωνικών συχνοτήτων, αερολιμενικών χρονοθυρίδων (σλοτ), αλιευτικών ποσοστώσεων και εκπομπών ρύπων.
Η θεωρία των δημοπρασιών αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν μια ομάδα ερευνητών ξεκίνησε την κατασκευή μαθηματικών μοντέλων που μπορούσαν να εισαγάγουν κίνητρα και πληροφορίες στη διαδικασία υποβολής προσφορών με στόχο τη διατήρηση μιας δίκαιης αγοράς και την αποτροπή συμπαιγνίας -μεταξύ των συμμετεχόντων- σε μια δημοπρασία.
Σύμφωνα με τη θεωρία που ανέπτυξε ο Γουίλσον, η αξία ενός δημοπρατούμενου αντικειμένου είναι εκ των προτέρων αβέβαιη, αλλά καταλήγει να είναι η ίδια για όλους τους υποψήφιους πλειοδότες. Παράδειγμα, η αξία των ραδιοσυχνοτήτων ή ο όγκος ενός ορυκτού μιας συγκεκριμένης περιοχής που βγαίνει στο σφυρί. Ο Γουίλσον αναζήτησε ακόμη απάντηση στο γιατί οι ορθολογικοί υποψήφιοι πλειοδότες μιας δημοπρασίας τείνουν να υποβάλλουν μέγιστες προσφορές οι οποίες είναι χαμηλότερες από αυτό που οι ίδιοι θεωρούν πραγματική αξία του δημοπρατούμενου αντικειμένου. Κατέληξε ότι η συμπεριφορά αυτή οφείλεται στην αγωνία τους για την επονομαζόμενη «κατάρα του νικητή» – δηλαδή τον φόβο τους μην πληρώσουν υπερβολικά για να κερδίσουν τον πλειστηριασμό.
Ο καθηγητής Μίλγκρομ από την πλευρά του συνέθεσε μια θεωρία η οποία λαμβάνει υπόψη της όχι μόνο δημοπρασίες όπου το προς εκποίηση αντικείμενο έχει την ίδια αξία για όλους τους υποψήφιους πλειοδότες, αλλά και δημοπρασίες όπου το αντικείμενο αποτιμάται διαφορετικά από διαφορετικούς συμμετέχοντες. Απέδειξε ότι ο πωλητής θα λάβει υψηλότερα έσοδα όταν οι συμμετέχοντες μαθαίνουν περισσότερα για τις εκτιμώμενες αποτιμήσεις των άλλων κατά τη διάρκεια της προσφοράς.
Οι δύο καθηγητές επινόησαν από κοινού και νέες μορφές σε απάντηση πιο περίπλοκων δημοπρασιών, όπου το κίνητρο του πωλητή δεν είναι μόνο η μεγιστοποίηση των εσόδων, αλλά και το κοινωνικό όφελος που θα μπορούσε να επιτευχθεί, όπως για παράδειγμα σε μια δημοπρασία ραδιοσυχνοτήτων σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Η πλάκα πάντως -ύστερα απ’ όλα αυτά- είναι ότι ο 83χρονος Γουίλσον εκμυστηρεύτηκε σε δημοσιογράφους χθες πως ο ίδιος δεν έχει συμμετάσχει ποτέ του σε πλειστηριασμό!
Αξίζει να σημειωθεί ότι πέρυσι το Νόμπελ Οικονομίας είχε δοθεί σε δύο οικονομολόγους του ΜΙΤ και έναν του Χάρβαρντ οι οποίοι αναζήτησαν με την εργασία τους αποτελεσματικότερες μεθόδους για τη μείωση της φτώχειας στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Φέτος υπήρχε η φήμη ότι το βραβείο θα δινόταν στην Αμερικανίδα οικονομολόγο Κλόντια Γκόλντιν, η έρευνα της οποίας εστιάζει στην ανισότητα και στο γυναικείο εργατικό δυναμικό. Αν επιλεγόταν θα ήταν η τρίτη γυναίκα που κερδίζει το Νόμπελ Οικονομίας από την καθιέρωσή του το 1969.
Κατά διαβολική σύμπτωση πάντως (ή μήπως όχι;) η σουηδική ακαδημία τιμά δύο ακαδημαϊκούς που εστιάζουν με την εργασία τους στις δημοπρασίες, σε μια περίοδο που οι οίκοι δημοπρασιών κάνουν σε αρκετές χώρες χρυσές δουλειές. Το μεγαλύτερο δίκτυο οίκων πλειστηριασμών του Ηνωμένου Βασιλείου κατέγραψε τον περασμένο Ιούλιο τον καλύτερό του μήνα εδώ και… 52 χρόνια, πουλώντας προϊόντα εταιρειών που έβαλαν λουκέτο κατά τη διάρκεια της καραντίνας… Επονται σπίτια, οικόπεδα, ασημικά και λοιπά περιουσιακά στοιχεία όχι μόνο ιδιωτών, αλλά και κρατών απ’ ό,τι φαίνεται.
