Με τις θερμότερες ευχές για καλό χειμώνα (και τέτοιο χειμώνα!), γράφω για μια «μικρή απόδραση» το πρωί της Κυριακής: Δεν έβρεξε, αν και βροχερός ο καιρός. Περπάτησα πέραν του συνηθισμένου. Μ’ άρεσε ο καιρός στο μολυβί, ίσα που να ξεχωρίζει, σαν μέσα από ομίχλη η Αθήνα, η άκρη της Πειραϊκής και η κορφή της Αίγινας. Ο Σαρωνικός, απλή υποψία! Ελάχιστος κόσμος εκείνη την ώρα: ένας-δυο γνωστοί της «καλημέρας», λιγοστά και τα αυτοκίνητα. Εφυγα πέρα από την Καλοπούλα, από δασικό δρόμο, δυτικά-βορειοδυτικά (προς Χολαργό, για να γίνω κατανοητός).
Επέστρεψα από Μοναστήρι Καισαριανής, νοτιοανατολικά πλέον, από το μονοπάτι και τον δασικό δρόμο που βγάζει στα ξωκλήσια, τους Ταξιάρχες, που λειτουργούν, και το (αποκαταστημένο) ερείπιο του πρωτοχριστιανικού Αγιου Μάρκου που είναι χαρακτηρισμένο διατηρητέο βυζαντινό μνημείο, το αγκαλιάζει ο Υμηττός και έχει θέα ανυπέρβλητη!
Τα πιο πολλά σημεία στον Υμηττό, που μετέτρεψαν σε τόπους λατρείας οι χριστιανοί, ήταν, στην ίδια θέση, τόποι λατρείας και της προχριστιανικής θρησκείας, του δωδεκάθεου. Για πιο πολλά μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμησή τους αρχιτεκτονικά μέλη και άλλο δομικό υλικό των αρχαίων ναών ή θείων αφιερωμάτων. Νομίζω πως από όλη την Αττική, αυτή η διαδοχή από την παλιά θρησκεία στη νέα, πουθενά αλλού δεν είναι τόσο αισθητή όσο στον Υμηττό· ιδίως στη δυτική του μεριά που βλέπει στην Αθήνα.
Καθόλου τυχαία τον λάτρεψαν και το ύμνησαν ονόματα Αθηναίων επισκεπτών και ξένων περιηγητών, από τον Πλάτωνα μέχρι τον μεγάλο Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί και τον κορυφαίο των αθηναιογράφων μας Δημήτριο Καμπούρογλου, που με την παροιμιώδη σπιρτάδα του είχε θέσει και το αμίμητο… αίνιγμα: Τι χωρίζει ο Υμηττός; Απάντηση: το πνεύμα (του άστεως· υπήρχε ακόμα πνεύμα τότε!) από το… οινόπνευμα (του μεσογείτικου αμπελώνα· απ’ αυτόν κάτι διασώζεται, παραδόξως!).
