Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, η «Εφ.Συν.» προσφέρει αύριο Σάββατο στους αναγνώστες της το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη».
Μια λεπτομερής μελέτη των διαδικασιών με τις οποίες ο ένοπλος δωσιλογισμός της Κατοχής διαγράφηκε ως μαζικό φαινόμενο από την επίσημη συλλογική μνήμη των μεταπολεμικών χρόνων, με αποτέλεσμα μιαν ιδιότυπη, ανομολόγητη άφεση αμαρτιών στους κατεξοχήν εκφραστές του εγχώριου ναζισμού.
Οπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «τα Τάγματα Ασφαλείας είναι ο μεγάλος απών από την επίσημη εικόνα της δεκαετίας του ’40 που φιλοτεχνήθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια. Μπορεί τα στελέχη τους να ενσωματώθηκαν πλήρως στο μετεμφυλιακό “κράτος των εθνικοφρόνων”, φτάνοντας επί χούντας μέχρι την κορυφή της κρατικής ιεραρχίας, αναγκάστηκαν όμως να αποσιωπήσουν το κατοχικό παρελθόν τους: οι νικητές του Εμφυλίου αντλούσαν τη νομιμότητά τους από τις εξόριστες βασιλικές κυβερνήσεις, όχι από τον Ράλλη και τον Τσολάκογλου.
»Ο μόνος τρόπος να χωρέσουν οι ταγματασφαλίτες στην κυρίαρχη αφήγηση, ήταν ως θύματα του κοινού εχθρού. Από τον Βαθύλακκο και το Κιλκίς ώς τον Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους, η πτωματολογία των “αγρίως σφαγιασθέντων” από τη μάχαιρα της “ερυθράς τρομοκρατίας” κάλυψε έτσι τα κενά και τις αποσιωπήσεις της επίσημης ιστορίας, κατασκευάζοντας την εικόνα μιας ενιαίας εθνικοφροσύνης που έδωσε (και κέρδισε) τη μάχη για τη σωτηρία του “ελεύθερου κόσμου”. Η εικόνα αυτή κυριάρχησε στο δημόσιο λόγο μέχρι τη Μεταπολίτευση – όσο, δηλαδή, η νομοθεσία περί “αναμόχλευσης παθών” και η σκιά του χωροφύλακα καθόριζαν μονομερώς τα όρια της ιστοριογραφικής νομιμότητας.
»“Η αυτολογοκριμένη μνήμη” καταγράφει την επιχειρηματολογία και τα ιδεολογήματα, βάσει των οποίων επιχειρήθηκε μεταπολεμικά η δικαίωση του ένοπλου δωσιλογισμού. Εγχείρημα πολλαπλά επίκαιρο, καθώς στις μέρες μας η ιστορία της δεκαετίας του ’40 ξαναγράφεται με διακηρυγμένο στόχο την προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας στη νεοταξική “κανονικότητα” του τέλους της Ιστορίας και της ταύτισης κάθε δομικής αντιπολίτευσης με την “τρομοκρατία”».
Αέναη επικαιρότητα
Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάιο του 2005, σε μια συγκυρία έντονα φορτισμένη από την προσπάθεια ιστοριογραφικής αποκατάστασης του ένοπλου δωσιλογισμού από το μεταναθεωρητικό «νέο ρεύμα» των καθηγητών Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη, η επίσημη εμφάνιση του οποίου είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά με μια «διακήρυξη 10 σημείων» στα «Νέα». Στην αρχική μορφή της η «Αυτολογοκριμένη μνήμη» εκφωνήθηκε άλλωστε τον Ιούνιο του 2004 ως εισήγηση στο ιστορικό συνέδριο της Σαμοθράκης για τον δωσιλογισμό, πεδίο έντονων ιστοριογραφικών αντιπαραθέσεων για το ίδιο ζήτημα.
Καθώς ήταν το πρώτο αυτοτελές έργο που έθιξε συστηματικά τις μεταλλάξεις της εθνικόφρονος ιστοριογραφίας και «δημόσιας ιστορίας» για το ζήτημα, η υποδοχή του από το αναγνωστικό κοινό υπήρξε εξαιρετικά ένθερμη, με τρεις αλλεπάλληλες εκδόσεις μέσα σ’ ένα επτάμηνο.
Το περιεχόμενο του βιβλίου ξεδιπλώνεται σε τρία επίπεδα. Αρχικά εξετάζεται το κατοχικό παρελθόν των ταγματασφαλιτών, οι διαφορετικές μορφές ένοπλων σχηματισμών που τάχθηκαν στην υπηρεσία του κατακτητή και η δράση τους. Ακολουθεί η σκιαγράφηση των «σχέσεων στοργής» που ανέπτυξαν οι ταγματασφαλίτες με φορείς και προσωπικότητες του ευρύτερου αντικομμουνιστικού χώρου, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του κοινού εχθρού (της ΕΑΜικής Αντίστασης), με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τις δαγκάνες της μεταπολεμικής κάθαρσης και τη σταδιακή επανένταξή τους στο κράτος των εθνικοφρόνων. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την επισκόπηση της μεταπολεμικής διαχείρισης αυτού του πρόσφατου παρελθόντος από τον εθνικόφρονα λόγο στις ποικίλες εκδοχές του: μνημονικές τελετές, κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις και κυρίαρχη ιστοριογραφία, με αποκορύφωμα την επικράτηση μιας ρητορικής οργουελικού τύπου κατά τη διάρκεια της χουντικής επταετίας.
Κάποια μοτίβα αυτού του εθνικόφρονος λόγου, όπως ο εξωραϊσμός της ένοπλης συνεργασίας με τους ναζί σαν ατομικής ή συλλογικής «άμυνας» απέναντι στην ΕΑΜική «κόκκινη βία», αναπαράγονταν ήδη το 2005 από τη μεταναθεωρητική «φρέσκια ματιά» πάνω στη δεκαετία του 1940. Ορισμένα άλλα, όπως η ανάγκη προστασίας των κοριτσιών από τη «διαφθορά» του συναγελασμού τους με το άλλο φύλο επί «εαμοκρατίας», παρά την κεντρική θέση τους στην αυτοδικαιολόγηση των πάλαι ποτέ ταγματασφαλιτών κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, φάνταζαν ήδη απελπιστικά παλιομοδίτικα – και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτα οποιασδήποτε αναβίωσης.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, χάρη στην ενδιάμεση εμπειρία της ανάδειξης των εγχώριων ναζί σε κοινοβουλευτικό κόμμα του 7%, γνωρίζουμε πια πολύ καλά τις υπόγειες συνέχειες ανάμεσα στην κατοχική, τη μεταπολεμική και την τρέχουσα εθνικοφροσύνη. «Η αυτολογοκριμένη μνήμη» μπορεί ως εκ τούτου να διαβαστεί, όχι μόνο ως ιστορικό ανάγνωσμα, αλλά και ως ανατομία μιας εκλεκτικής συγγένειας που δεν τόλμησε ποτέ να πει το όνομά της.
ΥΓ.: Την προσφορά του βιβλίου από την «Εφ.Συν.» διευκόλυνε η αφιλοκερδής παραχώρηση των πνευματικών δικαιωμάτων εκ μέρους του αρχικού εκδότη, κ. Σπύρου Μαρίνη, τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά.
