Ποια θα είναι η πολιτική του Μπάιντεν απέναντι στο Ιράν; Ενα είναι βέβαιο, ότι παρά τη σκληρή κριτική που έχουν ασκήσει οι Δημοκρατικοί στην πολιτική Τραμπ στη Μέση Ανατολή, ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ιράν θέλουν -και μπορούν- να επιστρέψουν αυτόματα στη Συμφωνία του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.
Το πώς και πότε θα διαμορφωθεί μια νέα προσέγγιση Ουάσινγκτον-Τεχεράνης θα έχει καθοριστική σημασία για τις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, τις τρεις δηλαδή περιφερειακές δυνάμεις που είχαν δυσαρεστηθεί από το άνοιγμα Ομπάμα προς την Ισλαμική Δημοκρατία στις αρχές του 2013 με τις μυστικές συνομιλίες των δύο χωρών στο Ομάν.
Πώς θα μπορέσει ο Μπάιντεν ταυτόχρονα με ένα νέο άνοιγμα στην Τεχεράνη να στηρίξει την πρόσφατη εξομάλυνση μεταξύ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, μια προσέγγιση που λειτουργεί ως συσπείρωση απέναντι στις περιφερειακές φιλοδοξίες τόσο του Ιράν όσο και της Τουρκίας;
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα είναι καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη των σχέσεων ΗΠΑ–Τουρκίας.
Αν οι ΗΠΑ του Μπάιντεν κατορθώσουν να εξομαλύνουν τις σχέσεις με το Ιράν και ταυτόχρονα να στηρίζουν την προσέγγιση Ισραήλ, Σαουδικής Αραβίας και κρατών του Κόλπου, τότε θα έχει διαμορφωθεί ένα εκ των πραγμάτων αντιτουρκικό μέτωπο που δεν θα αφήνει χώρο για επιρροή και ερείσματα της Αγκυρας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Ακόμα χειρότερα για τον Ερντογάν, μια ανοχή από τις ΗΠΑ του σιιτικού άξονα επιρροής του Ιράν, από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι και τον Λίβανο, υπαγορεύει την εξισορρόπησή του μέσω της αμερικανικής στήριξης στον κουρδικό άξονα που συναποτελούν το Βόρειο Ιράκ και η Βορειανατολική Συρία.
Ετσι, η στάση που θα διαμορφώσει ο Μπάιντεν απέναντι στο Ιράν είναι πολύ πιθανόν να ασκήσει πολύ μεγαλύτερη πίεση στον Ερντογάν απ’ ό,τι το όποιο πακέτο κυρώσεων.
