Σκληρός, θηριώδης, άξεστος, πολεμοχαρής, βίαιος, εκδικητικός. Ο Χάγκαρ ο Απαίσιος (Hagar the Horrible) του Dick Browne (1917-1989) ήταν ένας ξακουστός οπλαρχηγός των Βίκινγκς σε απολαυστικά αστείες περιπέτειες στα πέρατα της Γης. Αλλά και αλληγορικές περιπέτειες για την τακτική του δυτικού ιμπεριαλισμού και ειδικότερα για τη σύγχρονη αμερικανική επιθετική και επεμβατική πολιτική.
Μαζί με το ασκέρι των συμπολεμιστών του επιχείρησαν να μακελέψουν κάθε τόπο, να πάρουν λάφυρα, να πλουτίσουν σφάζοντας και λεηλατώντας. Συνήθως δεν τα κατάφερναν. Αλλά εθισμένοι στον πόλεμο, συνέχιζαν απτόητοι. Αλλωστε μόνο αυτό ήξεραν να κάνουν.
Μέχρι που κάποτε ηττήθηκαν ταπεινωτικά. Επέστρεψαν στο χωριό τους τραυματισμένοι, πληγωμένοι, απογοητευμένοι, με φοβερές απώλειες και με άδεια χέρια. Και, το χειρότερο, με μια υποχρεωτική συνθηκολόγηση που συνοδευόταν από τον όρκο ότι δεν θα ξαναπολεμήσουν ποτέ. Ηταν υποχρεωμένοι να ζήσουν εφεξής ειρηνικά.
Η πανηγυρική υποδοχή που τους επιφύλασσαν ο βασιλιάς και οι συγχωριανοί σχόλασε νωρίς μπρος στο άκουσμα της ήττας. Κι ο Χάγκαρ άρχισε να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί, να ταΐζει τα ζώα, να σπέρνει τα χωράφια, να βοηθά στο μαγείρεμα, να επισκευάζει τη στέγη. Και κάθε βράδυ στην παμπ να αναπολεί με τους άλλους Βίκινγκς τα περασμένα μεγαλεία των ένδοξων εκστρατειών και κατακτήσεων. Αδιαφορώντας για το αν ο Εγκμπερτ στέφθηκε βασιλιάς της Αγγλίας ή αν ο Καρλομάγνος πέθανε.
Μέχρι που φτάνει η είδηση ότι η Λεπροβία εισέβαλε στην Μπελγκροβία. Αυτό ξεπερνά το όρια. Δεν θα γίνει ανεκτό! Ο Χάγκαρ υψώνει το σπαθί του και καλεί τους συμπολεμιστές του να συμπαρασταθούν στους άτυχους Μπελγκροβιανούς. Και το ταξίδι ξεκινά.
Το ότι δεν ξέρουν ούτε καν πού βρίσκεται η Μπελγκροβία είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια με την οποία θα ασχοληθούν αργότερα.
