ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νομίζω ότι ήταν το 2008, όταν άρχισα να διαβάζω το «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής» του Philip Roth. Ο καμβάς συνηθισμένος, αλλά η ιστορία φάνταζε αδιανόητη. Ο Λίντμπεργκ, ο διάσημος αεροπόρος που με το μικρό αεροπλάνο του έκανε τον Ατλαντικό «στενότερο», υποστηριζόμενος από την οργάνωση «Πρώτα η Αμερική» κέρδισε τον Ρούσβελτ. Ετσι οι ΗΠΑ, και με επιχείρημα ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στα φυσικά πάθη και τις προκαταλήψεις άλλων λαών να οδηγήσουν τη χώρα μας στην καταστροφή», μπήκαν στην εποχή των αποκλεισμών και των διώξεων.

Το 2016, ο Τραμπ εκλέχθηκε πρόεδρος των ΗΠΑ με το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική». Σήμερα, αν και δεν επανεξελέγη, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να ασπάζονται τα «πιστεύω» του δισεκατομμυριούχου προέδρου για το «αμερικάνικο όνειρο» χωρίς καμία επιφύλαξη. Στην πραγματικότητα, είναι οι «χρυσές εφεδρείες» του τραμπισμού, οι οποίες με την πρώτη ευκαιρία θα ενεργοποιηθούν και αυτό θα συμβεί αν οι Αμερικάνοι απογοητευτούν από την απροθυμία της νέας τους διοίκησης, να αντιμετωπίσει τη γενεσιουργό αιτία της γέννησης του τραμπισμού: την ανισότητα.

Οταν ο Τραμπ έγινε ένοικος του Λευκού Οίκου, η εμπιστοσύνη των Αμερικανών στα θεσμικά όργανα ήταν στο ναδίρ. Αυτό προφανώς υπονοούσε και ο ο Francis Fukuyama όταν το 2016 περιέγραφε τον λαϊκισμό ως «την ετικέτα που οι πολιτικές ελίτ αποδίδουν στις πολιτικές που υποστηρίζονται από τους απλούς πολίτες και δεν τους αρέσουν».

Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι διαπίστωναν ότι η ανάπτυξη έπαψε να είναι το «διαβατήριο» με το οποίο εξασφάλιζαν την είσοδο σε έναν καλύτερο κόσμο. Τα κέρδη από την ανάπτυξη όχι μόνο δεν διανέμονταν με στοιχειώδη δικαιοσύνη, αλλά η εξάρτηση των πολιτικών ελίτ από τα συμφέροντα του μεγάλου πλούτου μεγάλωνε. Ο ενδημικός ρατσισμός επέμενε και η οικονομική ανισότητα βάθαινε, παράγοντας ριζικά ανόμοια αποτελέσματα για διαφορετικές ομάδες Αμερικανών. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η επακόλουθη διάσωση για τις τράπεζες επιτάχυναν την τάση προς την ανισότητα και βάθυναν τη δυσπιστία προς τις πολιτικές ελίτ. Το χάσμα μεταξύ των περιουσιών των ελίτ και εκείνων των υπόλοιπων πολιτών, ήταν πλέον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της πολιτικής.

Τα αποτελέσματα των φετινών αμερικανικών εκλογών έδειξαν ότι οι ρίζες του τραμπισμού είναι πολύ βαθιές. Αυτό δεν οφείλεται σε «διαστροφή», αλλά στην απροθυμία των ελίτ να αντιμετωπίσουν την οικονομική περιθωριοποίηση όλο και περισσότερων ανθρώπων. Τα εισοδήματα της εργατικής τάξης έχουν μειωθεί κατά την τελευταία γενιά, πιο δραματικά για τους λευκούς άνδρες με μέση ή κατώτερη εκπαίδευση. Γι’ αυτήν την ομάδα, το σύνθημα του Τραμπ «Κάνε την Αμερική Μεγάλη Πάλι!» έχει πραγματικό νόημα.

Στη δεκαετία του 1980 υπήρξε μια ευρεία συζήτηση στις ΗΠΑ για την ανάδυση μιας αφροαμερικανικής κατώτερης τάξης, υποαπασχολούμενων και με χαμηλές δεξιότητες, στην οποία η φτώχεια ήταν αυτο-αναπαραγόμενη. Σήμερα, η λευκή εργατική τάξη είναι σχεδόν στην ίδια θέση όπως ήταν τότε η μαύρη κατώτερη τάξη.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τις προκριματικές εκλογές του 2016 στο Νιου Χαμσάιρ –μια Πολιτεία που είναι τόσο λευκή και αγροτική όσο οποιαδήποτε άλλη στις ΗΠΑ– πολλοί Αμερικανοί είχαν μάλλον εκπλαγεί από το γεγονός ότι η πιο σημαντική ανησυχία των ψηφοφόρων ήταν ο εθισμός στην ηρωίνη. Στην πραγματικότητα, ο εθισμός στα οπιοειδή και τη μεθαμφεταμίνη έχει γίνει τόσο επιδημικός στις αγροτικές κοινότητες των λευκών σε Πολιτείες όπως η Ιντιάνα και το Κεντάκι, όπως ήταν το κρακ στα κέντρα των πόλεων πριν από μια γενιά.

Μια μελέτη από τους οικονομολόγους Anne Case και Angus Deaton έδειξε ότι τα ποσοστά θανάτου για τους λευκούς μη ισπανόφωνους μεσήλικες άνδρες στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκαν μεταξύ του 1999 και του 2013, ακόμα και ενώ έπεφταν για σχεδόν κάθε άλλη πληθυσμιακή ομάδα σε κάθε άλλη πλούσια χώρα. Οι αιτίες αυτής της αύξησης φαίνεται να είναι οι αυτοκτονίες, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ – σχεδόν μισό εκατομμύριο θάνατοι πάνω από ό,τι θα αναμενόταν. Και τα ποσοστά εγκληματικότητας σε αυτήν την ομάδα έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, επίσης. Αυτή η όλο και πιο ζοφερή πραγματικότητα, όμως, μόλις και μετά βίας απασχόλησε τις αμερικανικές ελίτ.

Οι κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί έχουν κάνει πολλούς να αναρωτιούνται: Γιατί η έκρηξη του λαϊκισμού δεν συνέβη πολύ νωρίτερα; Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό αναδεικνύει την πραγματικότητα όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην –υποτιθέμενη κοινωνική– Ε.Ε. Πλέον όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει υπηρετήσει καλά τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες πληθυσμού που στρέφονται στους «λαϊκιστές».

Ουσιαστικά οι πολιτικές ελίτ έχουν οικειοποιηθεί την ατζέντα των οικονομικών ελίτ και πολιτεύονται σε αντίθεση με τα άμεσα συμφέροντα των πολλών. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η στροφή υπέρ της αγοράς έχει ασκήσει καθοδική πίεση στα εισοδήματα της μεσαίας και της χαμηλότερης οικονομικά τάξης, τόσο με την έκθεση στον πιο αδίστακτο τεχνολογικό και παγκόσμιο ανταγωνισμό όσο και αναστέλλοντας διάφορες προστασίες και κοινωνικά οφέλη. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αυτοί εκφράζουν τη σαφή προτίμησή τους για περισσότερο εθνικιστικές οικονομικές πολιτικές.

Αν αναζητήσει κανείς υπεύθυνους, θα τους ανακαλύψει τόσο στις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις όσο και στις προοδευτικές. Και αν για τις πρώτες αυτό είναι αναμενόμενο, για τις δεύτερες είναι απρόσμενο, απροσδόκητο και αναπάντεχο. Υπό το πρίσμα αυτό έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την απογοήτευση και την αποδοκιμασία. Από την άνοδο του «τρίτου δρόμου» του Μπιλ Κλίντον, οι ελίτ έχουν αγκαλιάσει τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του Ρέιγκαν άλλοτε με επιχείρημα την αποτελεσματικότητα και άλλοτε με τον ρεαλισμό.

Εγιναν συνένοχοι στη διάλυση των ρυθμίσεων για τις τράπεζες, στην υποαπασχόληση, στη δραστική μείωση των εισοδημάτων, στους αποκλεισμούς από τα συστήματα υγείας, στις ιδιωτικοποιήσεις… Και αυτό δεν αφορά μόνο τους σοσιαλδημοκράτες αλλά και την Αριστερά, που κυβέρνησε έχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας. Πλέον, με τον κορονοϊό να οδηγεί ακόμα περισσότερους στο περιθώριο, κανείς δεν μπορεί να υποδύεται τον έκπληκτο και τον αθώο για όσα θα έλθουν.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας