Κοιτώντας πίσω φοβάσαι μήπως άφησες τη ζωή σου μισοτελειωμένη, ανοιχτά κεφάλαια και φαύλους κύκλους να σε στοιχειώνουν στο τώρα. Για κάποιους ελλοχεύει ο φόβος να μην έμεινε τίποτα άξιο νοσταλγίας, μια εικόνα μνήμης για τα στερνά, μια πόρτα διαφυγής σε μια άχαρη, επικίνδυνη στις στροφές εικονική πραγματικότητα.
Για τη δική μου γενιά, των σαραντάρηδων, υπάρχει κάτι που έμεινε πολύτιμο και σπάνιο, σαν το πιθάρι με τον θησαυρό στο τέλος του ουράνιου τόξου, σαν κυριακάτικο μεσημέρι.
Μια αλήθεια δυνατή, που μας συνόδευσε από την παιδική μας ηλικία μέχρι την ενηλικίωση, εκεί που κάποιοι από μας, όχι όλοι, δεν μιλάω εκ μέρους όλων, ξυπνήσαμε από έναν λήθαργο χρόνων. Ζούσαμε πιστεύοντας σε μια επίπλαστη ευημερία της σάρκας και των υλικών αγαθών και όλα πήγαιναν καλά. Ετσι πιστεύαμε, και μετά ήρθε η κρίση των πάντων, οι φοβερές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που φύσηξαν τυφώνα σε μια ολόκληρη ζωή και έβγαλαν την προστασία από τα μάτια μας.
Κάποιοι από μας είδαμε την καινούργια εικόνα ή μάλλον την παλιά με ολοκαίνουργια μάτια, μας σόκαρε μέχρι που τη συνηθίσαμε και μετά ήρθε κι άλλη, απανωτές εικόνες, άγνωστες και μαζέψαμε ένα σωρό απομεινάρια που δεν διώξαμε ποτέ από κοντά μας χωρίς να μπορούμε τώρα πια να καθαρίσουμε τη λάσπη που κλείνει την είσοδο.
Είμαστε χαμένοι στο χθες, αναζητώντας τον δρόμο που μας έφερε ώς εδώ… Υπάρχει όμως κάτι πολύτιμο για τη γενιά μου που κάποιους μας κρατάει λίγο πριν από τον γκρεμό, μια ανάμνηση, ένας μεγάλος αγώνας για μια κοινωνία ελεύθερη, χωρίς δικλίδες ασφαλών επιλογών, μια ελπίδα για δικαιοσύνη και φωνές που ακούγονται στη απέναντι όχθη. Μιλώ και τιμώ τον αγώνα όσων τον ξεκίνησαν έναν περασμένο Νοέμβρη που έγινε μια ασπρόμαυρη αχνή φωτογραφία στις καθιερωμένες τηλεοπτικές αναφορές. Μια εικόνα τόσο φρέσκια που φωνάζει χωρίς θόρυβο, κομμάτι μιας νεανικής ιστορίας με άδοξο μάλλον τέλος και την ίδια στιγμή αποκομμένη, ξέχωρη απ’ όλους, στέκεται πάνω από το μαύρο σύννεφο που μας έχει τυλίξει.
Τιμώ τη δύναμη που κρατά όρθιο έναν απλό άνθρωπο, ικανό για σύνθετες πράξεις αλληλεγγύης και αυτοθυσίας. Η δική μου γενιά έζησε μ’ αυτόν τον απόηχο, μ’ αυτή την εικόνα και παράλληλα με τα απομεινάρια μιας προηγούμενης ζωής. Για όσους από μας ενδιαφέρθηκαν να το καταλάβουν, το μονοπάτι ανοίγει ξανά με νέα βήματα και πρέπει να διαλέξουμε αυτή τη φορά σωστά.
Τιμώ λοιπόν με τον δικό μου τρόπο το Πολυτεχνείο κι όσους συνεχίζουν ακόμα να περπατούν στο μονοπάτι που χάραξαν, αφήνοντας το χθες να πάρει τη θέση που δικαιούται.
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 16/11/2020.
