Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές πλησιάζουν και οι δύο αντίπαλοι έλαβαν ήδη μέρος στο πρώτο ντιμπέιτ, με τα γνωστά τραγελαφικά αποτελέσματα. Οι επόμενες μέρες θα δείξουν αν θα διεξαχθούν άλλες ανάλογες τηλεμαχίες ανάμεσά τους, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ νοσεί από Covid.

Σε κάθε περίπτωση, η προεκλογική εκστρατεία ήταν μέχρι στιγμής από τις πιο υποτονικές της ιστορίας, ενώ ακόμα πιο υποτονική ήταν η διαδικασία που οδήγησε στην ανακήρυξη των υποψηφίων. Λίγο-πολύ, όλοι και όλες γνωρίζαμε ότι οι τελικοί υποψήφιοι τόσο από τους Ρεπουμπλικανούς όσο και από τους Δημοκρατικούς θα είναι ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζο Μπάιντεν αντιστοίχως.

Πριν από ακριβώς έναν αιώνα ωστόσο, στις εκλογές του 1920, οι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικανών ήταν αμέτρητοι και αυτό αποτελεί ακόμη μια ένδειξη της σταδιακής απώλειας έστω και αυτής της επίφασης δημοκρατίας που χαρακτηρίζει το αμερικανικό σύστημα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα πολύ υψηλά αξιώματα. Το μεγάλο πλήθος υποψηφίων τότε είχε γίνει αντικείμενο συζητήσεων και, φυσικά, ανελέητης σάτιρας από πολιτικούς γελοιογράφους και δημιουργούς κόμικς.

Ενας από αυτούς ήταν ο Don Herold που στο στριπάκι που δημοσίευε στην εφημερίδα Indianapolis Star και αναδημοσιευόταν σε πολλές ακόμα ημερήσιες εφημερίδες, έδωσε τον ειρωνικό τίτλο «Λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να απαγορεύει να είσαι υποψήφιος για πρόεδρος».

Το περιεχόμενο ήταν εξίσου ειρωνικό, καθώς στο σύνολό του σατίριζε τη «νέα μανία» και την υπέρμετρη ή και υπερφίαλη φιλοδοξία να είναι κανείς υποψήφιος για πρόεδρος των ΗΠΑ.

Το τελευταίο καρέ, μάλιστα, ήταν και το πιο αστείο καθώς παρουσίαζε το υποθετικό reunion των υποψηφίων τριάντα χρόνια αργότερα, με τον ομιλητή να καλωσορίζει τους παρευρισκόμενους υπερήλικες σε μια κατάμεστη αίθουσα και να δηλώνει την ικανοποίησή του, λέγοντας: «Λοιπόν, αδέρφια, υπάρχουν ακόμα πολλοί από εμάς». Εντάξει, το να υπάρχουν δεκάδες ή και εκατοντάδες υποψήφιοι πρόεδροι μπορεί να είναι αστείο. Αλλά το να υπάρχουν μόνο δύο είναι επικίνδυνο. Και όχι δημοκρατικό.