Στη Νιγηρία εδώ και καιρό είναι διάχυτη η πεποίθηση πως ο Covid-19 δεν αποτελεί πραγματικό υγειονομικό κίνδυνο και συνεπώς δεν χρειάζεται αναθεώρηση των πολιτικών της δημόσιας υγείας. Η πλειονότητα των Νιγηριανών πολιτών του αφρικανικού κράτους, που μαστίζεται από διαφθορά, πιστεύει πως πρόκειται για μια ξένη απόπειρα παρέμβασης, στην οποία συμμετέχουν και οι πολιτικοί της χώρας. Και αυτή είναι μία από τις πολλές περιπτώσεις συλλογικής άρνησης της πανδημίας.
Μέσα από ποιες ψυχικές διαδικασίες καθορίζεται η σχέση μας με την πραγματικότητα; Από τι εξαρτάται ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα εξωτερικά ερεθίσματα και φαινόμενα που γράφουν Ιστορία; Τι ρόλο διαδραματίζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην πρόσληψη των γεγονότων;
Η ψυχαναλυτική σκέψη έχει επιχειρήσει κατά καιρούς να προσεγγίσει οδυνηρά φαινόμενα τόσο όσον αφορά τον τρόπο που εγγράφονται στη συλλογική συνείδηση όσο και στο «αποτύπωμα» ή στην αποσιώπησή τους.
Για παράδειγμα η απεικόνιση του βομβαρδισμού στη Χιροσίμα υποβαθμίζεται στα βιβλία των ΗΠΑ. Εμπεριέχονται κυρίως αναφορές για την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Και αυτό δεν είναι το δημοφιλέστερο παράδειγμα άρνησης της πραγματικότητας και κατ’ επέκταση της ίδιας της Ιστορίας. Οι αρνητές του Ολοκαυτώματος έγιναν το αντικείμενο μελέτης της Ντέμπορα Λίπσταντ στο βιβλίο της «Denial: Holocaust History on Trial».
Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Emory δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως θα βρισκόταν να απολογείται η ίδια στο βρετανικό δικαστήριο, αφού ο Ντέιβιντ Ιρβινγκ, ο γνωστός Άγγλος αρνητής του Ολοκαυτώματος τη μήνυσε για συκοφαντική δυσφήμηση. Διότι, σύμφωνα με εκείνον, οι Εβραίοι δεν δολοφονήθηκαν με θανατηφόρα αέρια στο Αουσβιτς. Ετσι η απεικόνιση του Αδόλφου Χίτλερ στα βιβλία του είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που έχουμε γνωρίσει.
Τι είναι αυτό που μας κάνει διανοητικά τυφλούς; Ποια είναι η σχέση μεταξύ Ιστορίας και ασυνειδήτου; Τι είναι εκείνο που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα σταθούμε απέναντι σε ένα καταιγιστικό ιστορικό γεγονός;
Η πανδημία, ως γεγονός ιστορικό και παράλληλα ως φαινόμενο με χίλιες και μία «αναγνώσεις» και άλλες τόσες «διαχειρίσεις», έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τα παραπάνω ερωτήματα που είχε θίξει πριν από κάποια χρόνια ο σπουδαίος Γάλλος ιστορικός Μαρκ Φερό στο βιβλίο του «Τύφλωση – Ή γιατί αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα» .
Ο Μαρκ Φερό, που προσεγγίζει την Ιστορία με τον πλέον ψυχαναλυτικό τρόπο, εξηγεί πως η άρνηση της πραγματικότητας ή η τύφλωση απέναντι σε ό,τι, αργότερα φαντάζει προφανές δεν κάνει διακρίσεις. Επισημαίνει μάλιστα πως ηγέτες, διεθνείς και κρατικοί οργανισμοί έχουν νικηθεί από τα τυφλά τους σημεία, όπως ακριβώς και οι απλοί πολίτες.
Κατά πόσο η άρνηση της πραγματικότητας βρίσκεται σε συνάρτηση με την ιδεολογική τοποθέτηση; Με πόσους εκ διαμέτρου διαφορετικούς τρόπους μπορούμε να ερμηνεύσουμε και εν συνεχεία να διαχειριστούμε μια καταστροφή και τις όποιες διαστάσεις της;
Βάσει πρόσφατης έρευνας του Ινστιτούτου Γκάλοπ στις ΗΠΑ για την περίπτωση του Covid-19, οι Ρεπουμπλικανοί «αρνητές του ιού και της μάσκας» αποδείχτηκαν αισθητά περισσότεροι από τους Δημοκρατικούς. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποβαθμίσει τη θανατηφόρα πανδημία σε απλή γρίπη με μικρή θνησιμότητα.
Επιλέγουμε σκοπίμως να μην αναφερθούμε σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά ή εγχώρια παραδείγματα, καθώς στόχος δεν είναι η παράθεση περιπτώσεων των αρνητών, αλλά η κατάδυση στον ψυχισμό τους και στο σύμπαν που τους περιβάλλει.
Η άρνηση ως αμυντικός μηχανισμός
Τι συμβαίνει λοιπόν στον ανθρώπινο ψυχισμό όταν παρεμβάλλεται μια τραυματική κατάσταση; Πώς είναι δυνατόν κάποιοι να βρίσκονται ήδη στα κρεματόρια και άλλοι να διασπείρουν θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τους νεκρούς του Covid-19; Πώς γίνεται μερικοί να δηλώνουν αρνητές του κορονοϊού τη στιγμή που άλλοι βασανίζονται στην Εντατική; Ενδεχομένως η εξήγηση να βρίσκεται στην ανακλαστική αντίδραση του ανθρώπου να ανασύρει και να επιστρατεύσει τον όποιο ψυχικό μηχανισμό για να αντιπαλέψει την αγωνία και να προστατεύσει τον εαυτό του από το σοκ.
Αν ανατρέξουμε στην ψυχαναλυτική ερμηνεία ενός τέτοιου φαινομένου, θα διαπιστώσουμε πως ο μηχανισμός της άρνησης λειτουργεί ως απάντηση όταν ένα εξωτερικό ερέθισμα είναι επώδυνο. Η άρνηση της πραγματικότητας χρησιμοποιείται όταν το άτομο απειλείται από ένα συναίσθημα δυσβάσταχτο. Για να απαλλαγεί από αυτό που βιώνει ως ανυπόφορο, «επιλέγει» τη θεωρία που του υπόσχεται ότι θα το απαλλάξει από οτιδήποτε θα «στοιχειοθετούσε» την απειλή ή το τραυματικό συμβάν. Ετσι «απαντά» με άρνηση του γεγονότος ή της αναγνώρισης του κινδύνου, με απώτερο (ασυνείδητο) στόχο τη διατήρηση της αρχής της ηδονής. Σύμφωνα με τη φροϊδική θεωρία, το υποκείμενο βρίσκει σε αυτή την άρνηση ακόμα και μια μορφή διανοητικής απελευθέρωσης.
Ο πολυγραφότατος Μαρκ Φερό, ο οποίος έχει διατελέσει διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικών Επιστημών στη Γαλλία, θίγει την ευθύνη των μέσων μαζικής ενημέρωσης όσον αφορά τη δημιουργία εικόνων που συμβάλλουν στη δημιουργία μιας παράλληλης πραγματικότητας. Μιλώντας για τις αιτίες που μας οδηγούν στην άρνηση της πραγματικότητας, ξεχωρίζει την έλλειψη κρίσης, τη δυσαρέσκεια και την περιφρόνηση. Η προπαγάνδα καταλήγει να μας κάνει τυφλούς.
Το παράδειγμα του Βερολίνου -το οποίο επικαλείται ο Φερό- είναι ενδεικτικό. Τον Νοέμβριο του 1918 οι Βερολινέζοι πιστεύουν ότι έχουν κερδίσει τον πόλεμο. Πρόκειται για μαζική παρεξήγηση η οποία εξηγείται από την πλύση εγκεφάλου που έχει υποστεί ο πληθυσμός από την αρχή του πολέμου σχετικά με το αήττητο του γερμανικού στρατού: «Βρίσκουμε συχνά στην Ιστορία αυτό το είδος της παρεξήγησης» σημειώνει ο Γάλλος ιστορικός, ο οποίος διατρέχει σχεδόν ολόκληρη την ιστορία του 20ού αιώνα αναδεικνύοντας τις αιτίες που προκαλούν την άρνηση της πραγματικότητας και των αποτελεσμάτων που αυτή έχει στη διατύπωση αλλά και στη συλλογική και ατομική πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων.
Στο Βερολίνο του 2020, πριν από μερικές εβδομάδες, παρακολουθήσαμε ετερόκλητους αρνητές του ιού, από ακροδεξιούς και νεοναζί μέχρι χίπηδες και ακροαριστερούς, να διαδηλώνουν χωρίς μάσκες και δίχως να κρατούν τις αποστάσεις διατρανώνοντας το τέλος της πανδημίας. Κάτι ανάλογο -με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση- συνέβη και σε άλλα σημεία της υδρογείου, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Για ποιο λόγο; Διότι δεν είναι λίγοι εκείνοι των οποίων το «εγώ» αδυνατεί να ελέγξει την εισροή ερεθισμάτων δίχως να δημιουργηθεί ένα δυσβάσταχτο άγχος.
Την ίδια στιγμή απουσιάζουν οι όποιοι πολιτικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να καταπραΰνουν την ανθρώπινη αγωνία. Στη θέση τους υπάρχει συνήθως ένα κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που τρέφει τη δυσπιστία και το αίσθημα επισφάλειας. Ετσι τα «αδύναμα εγώ» δεν έχουν άλλο μηχανισμό να επιστρατεύσουν πέραν από εκείνον της άρνησης και τότε οι αρνητές πολλαπλασιάζονται.
