Τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αν περνούσες Ιούνη μήνα, ημέρες εξετάσεων, έξω από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια ήταν συνηθισμένη η εικόνα των σκισμένων σχολικών εγχειριδίων, που γίνονταν κυριολεκτικά φτερό στον άνεμο. Οι μαθητές μόλις τέλειωναν το υπό εξέταση μάθημα ξεσπούσαν στο αντίστοιχο βιβλίο και το κατέστρεφαν, προτού το πετάξουν στο πεζοδρόμιο. Λυπηρό θέαμα που εξέφραζε εύγλωττα τη σχέση μερίδας μαθητών με τα διδακτικά περιεχόμενα και το σχολείο γενικότερα…
Η σχέση των εφήβων με το σχολείο κινείται στο δίπολο από την αποδοχή και πειθάρχηση ώς την απόρριψη και σύγκρουση. Συνήθως συναντάμε ενδιάμεσες τιμές, ενώ οι συγκρουσιακές καταστάσεις, όταν ανακύπτουν, αντιμετωπίζονται ως απευκταίες, δείγματα αποκλίνουσας μαθητικής συμπεριφοράς, υπονομευτικής στην αποστολή του σχολείου.
Οι καταλήψεις των σχολικών κτιρίων, φαινόμενο περιοδικά επαναλαμβανόμενο στην εκπαιδευτική μας πραγματικότητα, αν και εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά, διακρίνεται, κατά περίπτωση, από μοναδικότητα που προσδιορίζεται από το κατά περίσταση συγκείμενο.
Ο κυρίαρχος λόγος βέβαια, όπως εκφράζεται από την εκάστοτε ηγεσία και διαχέεται από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, συστηματικά πάντα αγνοεί τα ιδιαίτερα παιδαγωγικά, κοινωνικά, ψυχολογικά χαρακτηριστικά του φαινομένου εστιάζει στις υλικές, νομικές ή μαθησιακές πτυχές του και επιδιώκει την απαξίωσή του (υποκινούμενοι, μπαχαλάκηδες κτο).
Το ερώτημα όμως παραμένει: Τι είναι αυτό που ωθεί τους νέους μας να απεκδύονται την ιδιότητα του μαθητή και ερχόμενοι σε σύγκρουση με τις εκπαιδευτικές -και όχι μόνο- αρχές κλείνουν τα σχολεία τους;
Θα προσπεράσουμε τις επιφανειακές και συχνά υστερόβουλες προσεγγίσεις που κυριαρχούν στην τηλεπαραπληροφόρηση και θα επιχειρήσουμε να δούμε κάτω από το χαλί το υπόστρωμα που επιτρέπει, όταν ανακύπτουν ευνοϊκές αφορμές, να έρχεται στην επιφάνεια ο θυμός και η αποστροφή των μαθητών για το σχολείο.
Κατά κοινή ομολογία, χαρακτηριστικό της εφηβείας είναι η αντικομφορμιστική συμπεριφορά και η αμφισβήτηση θεσμών όπως η οικογένεια ή το σχολείο. Χωρίς να το υποβαθμίζουμε θεωρούμε ότι η βίαιη ανακοπή της εκπαιδευτικής διαδικασίας ξεπερνάει τα χαρακτηριστικά της εφηβείας και εκπορεύεται από την υπάρχουσα κατάσταση του εκπαιδευτικού μας συστήματος και τις εγγενείς του παθογένειες.
Δυστυχώς, το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει χάσει προ πολλού το στοίχημα της ελκυστικότητας, βρίσκεται πολύ μακριά από τον κόσμο των εφήβων μας. Για τα παιδιά είναι ένα «χρεοκοπημένο σχολείο» που δεν τα εκφράζει και πνίγει τα όνειρά τους. Αναλυτικά προγράμματα και περιεχόμενα απαρχαιωμένα -αναντίστοιχα με την εποχή και τις ανάγκες των παιδιών- γνωσιαρχία και μηχανική αναπαραγωγή γνωστικών περιεχομένων, υπονόμευση της δημιουργικής έκφρασης, απρόσωποι χώροι και ανύπαρκτες ή γερασμένες υποδομές, προσωπικό μεγάλης ηλικίας με περιορισμένη υλική και γνωστική υποστήριξη… Ολα αυτά συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα και καταδεικνύουν την ασυνέχεια ανάμεσα στην πραγματικότητα του σχολείου και την πραγματικότητα των παιδιών.
Οι μαθητές μας -όσοι δεν έχουν εσωτερικεύσει την αναγκαιότητα επιτυχούς φοίτησης στο σχολείο ως προϋπόθεση απρόσκοπτης συνέχειας της προσωπικής τους ανάπτυξης– πολύ γρήγορα συνειδητοποιούν ότι ο κόσμος του σχολείου και ο κόσμος που βιώνουν δεν λειτουργούν συμπληρωματικά, είναι ασύμπτωτα. Η σύγκρουση και η ρήξη, υπό αυτές τις συνθήκες, προβάλλει ως λογική συνέπεια και όταν ανακύπτουν εξωγενείς ή ενδογενείς αφορμές, λειτουργούν ως σπίθα σε μπαρουταποθήκη…
Ενδιαφέρουσα είναι και η μελέτη της ανθρωπογεωγραφίας των μαθητών την περίοδο των καταλήψεων. Συνήθως συναντάμε δυο μεγάλες ομάδες: τους αμέτοχους στις διεργασίες και τους ενεργούς. Οι πρώτοι αποστασιοποιούνται, θεωρώντας την κατάληψη ευκαιρία να κερδίσουν χρόνο για τις απογευματινές (φροντιστηριακές) τους υποχρεώσεις ή αδιαφορούν, μένοντας σπίτι. Στη δεύτερη ομάδα διακρίνουμε μια υποομάδα μαθητών με συγκροτημένο λόγο και άποψη που αναδεικνύουν τα αδιέξοδα τους και προβάλλουν τα θέλω τους. Δίπλα σε αυτούς μια σημαντική μαχητική μερίδα μαθητών που το εκπαιδευτικό σύστημα φρόντισε πολύ γρήγορα να τους αφαιρέσει τον λόγο, να τους καταστήσει εν δυνάμει αποσυνάγωγους. Μαθητές που οι εκπαιδευτικές τους εμπειρίες, συνήθως τραυματικές, αποτελούν μια αργή αλλά σταθερή διαδικασία εσωτερίκευσης της άνισης πρόσβασης στα υλικά και τα πνευματικά αγαθά.
Στις εν εξελίξει καταλήψεις στις προαναφερόμενες χρόνιες παθογένειες επικάθησαν τα σοβαρά προβλήματα που ενέσκηψαν με την πανδημία. Οι ελλείψεις και οι δυσλειτουργίες αναδείχθηκαν, οι κίνδυνοι αυξήθηκαν, οι αποκλεισμοί εντάθηκαν. Η συζήτηση, όσο μένει στα επιφαινόμενα, δεν λύνει το πρόβλημα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επόμενη ρήξη. Χρειάζεται γενναιότητα, αλλά κυρίως πολιτική βούληση, για τον επανασχεδιασμό ενός δημόσιου σχολείου που θα απαντά στα αιτήματα των καιρών λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των λαϊκών –χειμαζόμενων– στρωμάτων. Για την ώρα αυτό δεν φαίνεται. Περιοριζόμαστε στην ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού και τη διαχειριστική προσέγγιση, τη στιγμή που απαιτούνται δραστικές, όσο και δαπανηρές παρεμβάσεις.
