Δεν μας εκπλήσσει ότι η Emirates, μία από τις μεγαλύτερες αεροπορικές εταιρείες στον κόσμο και η μεγαλύτερη της Μέσης Ανατολής, ανακοίνωσε ότι έχει ήδη επιστρέψει 1,4 δισ. δολάρια σε 1,4 εκατ. επιβάτες οι πτήσεις των οποίων ακυρώθηκαν εξαιτίας της πανδημίας.
Αυτό μεταφράζεται σε 1.000 δολάρια ανά επιβάτη κι αν υπολογίσουμε ότι απομένει ένα 10% των αιτημάτων επιστροφής χρημάτων που πρέπει να ικανοποιηθούν, το τελικό κόστος αναμένεται να υπερβεί το 1,5 δισ. δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ το οικονομικό έτος που έκλεισε τον Μάρτιο ήταν κερδοφόρο κατά 290 εκατ. δολάρια, η επόμενη χρήση, του χρόνου, θα επιφυλάσσει για την Emirates σημαντικές ζημίες. Δεν είναι και προς θάνατον, μετά 32 χρόνια αδιάλειπτης κερδοφορίας.
Τα μεγέθη της Emirates δεν είναι, φυσικά, συγκρίσιμα με αυτά των ελληνικών αερομεταφορέων. Ωστόσο, οι ελληνικές εταιρείες, όπως κι όλες οι ευρωπαϊκές, δεσμεύονται από ευρωπαϊκές οδηγίες που επιβάλλουν σεβασμό στο δικαίωμα του επιβάτη να επιλέξει ανάμεσα στην επιστροφή των χρημάτων του και στο κουπόνι αντικατάστασης του εισιτηρίου πτήσης που ακυρώθηκε.
Αυτές τις οδηγίες, ως γνωστόν, καταστρατήγησε η κυβέρνηση με την ΠΝΠ που επέβαλε μονομερώς κουπόνια αντί επιστροφής χρημάτων. Το παράδειγμα της Emirates, λοιπόν, επιτρέπει να διατυπώσουμε τρία ερωτήματα προς τις εγχώριες αεροπορικές και την κυβέρνηση:
- Πόσα χρήματα, σε πόσους επιβάτες που οι πτήσεις τους ακυρώθηκαν, έχουν επιστρέψει από τον περασμένο Μάρτιο;
- Σε πόσους επιβάτες έχουν δώσει voucher, όπως τους επιτρέπει η κυβερνητική ρύθμιση;
- Τι έχει απαντήσει η κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία έχει προειδοποιήσει με παραπομπή στο Ευρωδικαστήριο για τη ρύθμιση που παραβιάζει την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα δικαιώματα των επιβατών;
