ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Γούναρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην κορύφωση της μίνι προσφυγικής κρίσης του Εβρου στις αρχές του έτους, μια σύντομη επίσκεψη της πολιτικής ηγεσίας της Ε.Ε. -των προέδρων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Ευρωκοινοβουλίου- είχε χαιρετιστεί από τα ελληνικά ΜΜΕ ως χειροπιαστή απόδειξη της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προς την Ελλάδα (μάλλον, προς την ελληνική κυβέρνηση), απέναντι στην «υβριδική εισβολή» που επιχειρούσε η Τουρκία.

Μάλιστα, ιδιαίτερη έμφαση είχε δοθεί σε μια αποστροφή του λόγου της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είχε εκφράσει τις ευχαριστίες της προς την Ελλάδα, την «ασπίδα της Ευρώπης», όπως είπε χαρακτηριστικά. Η φράση «ασπίδα της Ευρώπης» είχε τότε θεωρηθεί πολύ σημαντική, καθώς υποτίθεται ότι αποδείκνυε τη σημασία που απέδιδε η Ευρώπη στην Ελλάδα ως άγρυπνο φρουρό των ευρωπαϊκών συνόρων.

Μια προσεκτικότερη εξέταση του νοήματος αυτής της φράσης, ιδίως συνδυαστικά με την ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα, θα αναιρούσε αυτόν τον ενθουσιασμό. Για δεκαετίες, ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της «ευρωπαϊκής πορείας της χώρας» ήταν ότι μέσω της ένταξής της στον «ευρωπαϊκό σκληρό πυρήνα» θα εξασφάλιζε την προστασία της από τυχόν εξωτερικές επιβουλές – με το βλέμμα στραμμένο, προφανώς, στον πάγιο τουρκικό αναθεωρητισμό.

Αφού τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά, η Ευρώπη θα προσέτρεχε να τα εγγυηθεί. Το 2020, το επιχείρημα αυτό δείχνει να έχει αντιστραφεί. Δεν είναι πλέον η Ευρώπη που θα προστατεύει τα ελληνικά σύνορα ως ευρωπαϊκά, αλλά η Ελλάδα που αναλαμβάνει τον μάλλον άχαρο ρόλο του φύλακα των ευρωπαϊκών συνόρων – που, παρεμπιπτόντως, είναι και ελληνικά. Φύλακα, όμως, μόνο ως προς τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, δεδομένου ότι η Ευρώπη δείχνει αποφασισμένη να σφραγίσει ερμητικά τα εξωτερικά σύνορά της και να σταματήσει με κάθε μέσο την εισροή νέων προσφύγων και μεταναστών, τους οποίους θεωρεί απειλή και ξένο σώμα. Η Ευρώπη-Φρούριο απαιτεί τείχη στην περιφέρειά της και τα τείχη αυτά χρειάζονται φρουρά.

Βεβαίως, η ίδια ομόνοια και αποφασιστικότητα απουσιάζει απέναντι στην αναζωπυρωμένη τουρκική επιθετικότητα. Η Ε.Ε. δείχνει γενναιόδωρη στην παροχή λεκτικής αλληλεγγύης, όμως διστάζει να προχωρήσει σε μια ειρηνική μεν, δυναμική δε αντίδραση σε μια συμπεριφορά που αποσταθεροποιεί ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο – για να μην αναφέρουμε την ευθεία απειλή σε δύο κράτη-μέλη της. Σίγουρα, διαθέτει τα σχετικά εργαλεία, τόσο με τη μορφή των (ουσιαστικών) κυρώσεων όσο και με την επανεξέταση των οικονομικών σχέσεων με την Τουρκία, ιδίως εντός του πλαισίου της τελωνειακής ένωσης.

Εν τούτοις, εκτός από τα εργαλεία, έχει και μια σημαντική έκθεση στην τουρκική οικονομία (πράγμα που σημαίνει ότι οι οικονομικές κυρώσεις θα «δάγκωναν» και την ίδια), ενώ διατηρεί μια σχέση λεπτής ισορροπίας με την Τουρκία, όσον αφορά τον περιορισμό των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Δεν είναι λίγες οι φορές, άλλωστε, που η Τουρκία έχει εκβιάσει ανοιχτά την Ευρώπη με «όπλο» τα εκατομμύρια προσφύγων και μεταναστών στο έδαφός της.

Αυτοί οι παράγοντες, μεταξύ άλλων, καθιστούν υπερβολικά αισιόδοξη την προσδοκία ότι η τωρινή τουρκική επιθετικότητα θα αναχαιτιστεί διά της ευρωπαϊκής οδού. Αυτό εύλογα προκαλεί απορία και ίσως αγανάκτηση. Πλην όμως, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η πραγματική πολιτική φύση της Ε.Ε. σε αυτή τη φάση της εξέλιξής της. Οτι, δηλαδή, δεν είναι (ούτε πρόκειται να γίνει) ένας συμπαγής πολιτικός σχηματισμός με ενιαία γραμμή, αλλά μάλλον ένα πεδίο, όπου συχνά εκ διαμέτρου αντίθετα εθνικά συμφέροντα, φιλοδοξίες, προτεραιότητες και στρατηγικές μπαίνουν σε ένα πλαίσιο αντιπαράθεσης και, στην καλύτερη περίπτωση, σύνθεσης μέσω συμβιβασμών.

Πράγμα που σημαίνει ότι εναπόκειται στην ίδια την Ελλάδα να διαβάσει σωστά το πεδίο αυτό και τους διαμορφούμενους συσχετισμούς μεταξύ των διαφορετικών παικτών και ομαδοποιήσεων (λόγου χάρη, μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας), ώστε να επιλέξει πολύ προσεκτικά τις συμμαχίες της, να δημιουργήσει ένα πλαίσιο υπέρ των δικών της θέσεων και να αποκομίσει το μέγιστο δυνατό όφελος. Αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα από μια ολοκληρωμένη, πολυδιάστατη και προπάντων σαφή εξωτερική πολιτική που θα αναβαθμίσει συνολικά το κύρος και το ειδικό της βάρος. Με άλλα λόγια, αυτό ακριβώς που της λείπει σήμερα.

Γενικότερα, μια καλή ιδέα για τη χώρα μελλοντικά θα ήταν να μη σπεύδει να αναλάβει με τόσο μεγάλο ενθουσιασμό το καθήκον της «ευρωπαϊκής ασπίδας», ιδίως όταν αυτό δεν συνάδει ούτε με τη θέση που φιλοδοξεί -και της αρμόζει- να έχει στον νέο ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας ούτε, όμως, με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Αυτό που εννοούν οι εταίροι μας δεν είναι απαραίτητα αυτό που έχουμε εμείς κατά νου. Σε τελική ανάλυση, τι άλλο είναι μια ασπίδα, αν όχι το μέσο προστασίας του φορέα της, το οποίο δέχεται και απορροφά εκείνο όλα τα χτυπήματα, προκειμένου να μην πλήξουν τον ίδιο.

* δικηγόρος, διδάκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών