«…Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά./ Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!». Οδυσσέας Ελύτης, «Αξιον Εστί», «Τα Πάθη». Και η αμέσως επόμενη στροφή: «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική/ το σπίτι φτωχικό/ στις αμμουδιές του Ομήρου./ Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου».
Γεννημένος στο Ηράκλειο ο ποιητής, αλλά Λέσβιος στην καταγωγή, και από τους δύο γονείς. Ο πατέρας του μάλιστα και οι μπαρμπάδες του γεννήθηκαν σ’ ένα ψαροχώρι, την Παναγιούδα, αντίκρυ στην Αιολίδα γη –ακτές του Ομήρου…–, ένα με ενάμισι χιλιόμετρο από τη Μόρια. Μικραίνει τις αποστάσεις η Ιστορία· κι άλλοτε, πάλι, τις μεγαλώνει· εξαρτάται από τον τρόπο που βλέπει (ή δεν θέλει να βλέπει) κανείς τα πράγματα.
Εκεί, στην Παναγιούδα, άνοιξαν, οι Αλεπουδέληδες, το πρώτο τους ελαιοτριβείο. Ασφαλώς θα συνέθλιψαν και ελιές από τον Ελαιώνα της Μόριας. Από όπου, ίσως (μία από τις εκδοχές), ξεκίνησε η καταστροφική πυρκαγιά που σχεδόν διέλυσε τον μεγάλο καταυλισμό προσφύγων/μεταναστών· επισήμως Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ)· δεκατρεισήμισι χιλιάδες άνθρωποι –ανάμεσά τους τετρακόσια έρημα ανήλικα πουλιά…– με υποδομές που εξασφάλιζαν στοιχειώδη διαμονή, βία σε τρεισήμισι χιλιάδες. Υπό συνθήκες απόλυτου εγκλεισμού επί μήνες εξαιτίας τού (ή με «άλλοθι» είτε «πρόσχημα» τον· γράφτηκαν και αυτά…) Covid-19. Για ποια αίτια της πυρκαγιάς ψάχνουμε! Οι ίδιες οι συνθήκες ήταν, αφ’ εαυτές, εύφλεκτες.
Σκέφτομαι κάτι τέτοιες ώρες –μιας και τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική– πως αν, στην περίπτωση της Μόριας, η κρίσιμη λέξη είναι τραγωδία· προ, κατά και ό,τι μέλλει να έρθει μετά την πυρκαγιά. Τότε η υπέρβαση της τραγωδίας είναι η… πραγματικότητα. Και αυτό που, νομίζω, διαφοροποιεί την τραγωδία/δράμα, από την τραγωδία/πραγματικότητα, είναι ότι στη δεύτερη δεν υπάρχει κάθαρση. Οι θεατές κατασπαράζουν τον θίασο κι έπειτα τρώγονται μεταξύ τους…
