ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις πρώτες αληθινές όπερες, με άριες και οργανικά αναπτυγμένη μουσική δραματουργία, οφείλουμε στον Κλάουντιο Μοντεβέρντι (1567-1643). Δυστυχώς, από τις συνολικά δέκα που συνέθεσε, διασώθηκαν ώς τις μέρες μας μόνο τρεις: ο εμβληματικός «Ορφέας» (1607), η ομηρικής έμπνευσης «Επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα» (1640) και η βιτριολικά βιτσιόζικη «Στέψη της Ποππαίας» (1643). Παρ’ ότι οι όπερες του μπαρόκ εξακολουθούν να παρουσιάζονται πολύ σπάνια στην Ελλάδα από τους αρμόδιους θεσμούς, η «Επιστροφή του Οδυσσέα» έχει παρασταθεί σκηνικά τουλάχιστον τρεις φορές μέχρι σήμερα: δύο στο Μέγαρο Μουσικής (1991/92 Αρδίττης, 1998/89 Ρονκόνι/Πίνοκ) και μία στο Φεστιβάλ Οπερας της Αρχαίας Κορίνθου (2006, Παγουλάτος/Πέτρου).

Λόγω της μεγάλης διάρκειας, της σχοινοτενούς δράσης, της μουσικής γραφής και της στιλιζαρισμένης έκφρασης, η όπερα αυτή δύσκολα συναρπάζει το ευρύ κοινό. Ετσι, η επιλογή του Γιώργου Πέτρου να την παρουσιάσει με την Καμεράτα και Ελληνες μονωδούς στο Φεστιβάλ Αθηνών (4 & 5/8/2020) ξάφνιασε. Λόγω υγειονομικών περιορισμών η όπερα παρουσιάστηκε δίχως διάλειμμα, κάπως συντομευμένη, δίχως, ωστόσο, αυτό να υπονομεύσει τη δραματουργική συνέπεια και συνοχή. Επίσης, λόγω του ανοιχτού χώρου του Ηρωδείου χρησιμοποιήθηκε διακριτική αν και άνιση ηχητική ενίσχυση.

Τις αθροιστικά θετικές εντυπώσεις όρισαν το σκηνικό θέαμα και το ακρόαμα. Η σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη κινήθηκε στο πεδίο των πολυχρησιμοποιημένων στερεοτύπων και των αποεξιδανικευτικών ευκολιών που μαστίζουν παραγωγές τέτοιων λυρικών έργων παντού σήμερα για να τα καταστήσουν –υποτίθεται– πιο οικεία και προσιτά(;) στο πλατύ κοινό που βαριέται(;) το «υψηλό». Προσπερνώντας ως εξαντλημένου ενδιαφέροντος την πολλαπλά διαμεσολαβημένη ρίζωση της όπερας του Μοντεβέρντι στο ελληνικό/ομηρικό πρωτότυπο, η οποία συνιστά τη γενέθλια πράξη της όπερας, η σκηνοθέτρια και η σκηνογράφος Γιωργίνα Γερμανού οπτικοποίησαν την κατατμημένη σε επεισόδια δράση σε έναν ευέλικτα ημιαφαιρετικό σκηνικό χώρο οριζόμενο από αναφορές στο στερεοτυπικό «νοικοκυρέικο» περιβάλλον του 19ου/20ού αιώνα: ξύλινα έπιπλα αναποδογυρισμένα, μια νυφική παστάδα με ένα δένδρο να φύεται στο κέντρο, το απαραίτητο ηλεκτρικό ψυγείο των 50s, όλα μισοσκεπασμένα από κουρελιασμένο λεπτό νάιλον –υποδήλωση «σταματημένης» ζωής– που απλώνουν οι μπογιατζήδες όταν βάφουν. Σε μιαν άκρη, η βάρκα του ναυαγού Οδυσσέα και κοτρόνες από την ακτή της Ιθάκης… Για πολλοστή φορά είδαμε τους ήρωες του μπαρόκ ως μεταμφιέσεις αστών και «συνηθισμένων» τύπων του παρόντος: ο Οδυσσέας ως ψαράς/ναυαγός με πλεχτό σκουφί, οι μνηστήρες ως μάτσο τεκνάκια/μπήχτες, ο κοιλιόδουλος Ιρος ως αξιοθρήνητος βουλιμικός με γυναικομαστία, η Αθηνά ως ξανθιά Μπάρμπι, η Ευρύκλεια ως υπηρέτρια μεγαλοαστικού σπιτιού με… απολυμαντικό σπρέι στο χέρι… Αναπόδραστα, μόνο το εισαγωγικό συμβολικό τρίο (Χρόνος, Τύχη, Ανθρώπινη Φύση) γλίτωσε, λόγω θεατρικών αντιστάσεων, τη μεταγραφή στο παρόν. Κάποιες στιγμές πειστική και χιουμοριστικά πνευματώδης, συνήθως όμως απλώς κοινότοπη, η μεταγραφή λειτούργησε ερήμην και αποπροσανατολιστικά ως προς την αρχαία αισθητική και το ευγενές, κωδικοποιημένο συναίσθημα της μουσικής…

Μουσικά η παράσταση ήταν καλή. Εξαιρετικό ήταν το κεντρικό ζευγάρι. Ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος ενσάρκωσε έναν μουσικά και σκηνικά αριστουργηματικό Οδυσσέα, τραγουδώντας με ακρίβεια, σαφήνεια, ασύλληπτη φροντίδα στην εκφορά του μελοποιημένου λόγου, ευγενή θεατρικότητα, συναίσθηση του ιστορικού ύφους της μουσικής. Ομοια ευγενής, ισάξια καλαίσθητη και μεστά τραγουδισμένη στάθηκε δίπλα του η αισθαντική Πηνελόπη της έμπειρης Μαίρης-Ελεν Νέζη. Ταιριαστά λαμπερή και ανάλαφρη ήταν ως Αθηνά η Μίνα Πολυχρόνου, υπερβολικά αλλ’ απολαυστικά μπουφόνικος ως Ιρος ο Δημήτρης Ναλμπάντης, καλή ως Ευρύκλεια και Ανθρώπινη Φύση η Ελενα Μαραγκού, πολύ καλή ως Τύχη και έκλυτη Μελανθώ η Ελένη Βουδουράκη, καλός ο Γιάννης Φίνας ως Εύμαιος, πολύ καλός ως ερωτύλος Ευρύμαχος και Τηλέμαχος ο Βασίλης Καβάγιας, μέτριοι –και, μάλλον, υπονομευμένοι από ανεπαρκή ηχητική ενίσχυση– οι Σαραντίδης, Μαρμαράς, Μαραζιώτης ως Φαίακες και Μνηστήρες. Ο έμπειρος Πέτρου διηύθυνε το 13μελές σύνολο οργάνων εποχής –Καμεράτα συν οι συμπράττοντες-–με σφρίγος, άριστη μουσικοδραματική άρθρωση και αδιάλειπτη φροντίδα για την υποστήριξη των τραγουδιστών.

Είναι κρίμα που παραγωγές τέτοιων σπάνιων έργων υλοποιούνται υπό τόσο αντίξοες συνθήκες: σε ανοιχτούς χώρους, με κακή ακουστική, με αναγκαστικούς περιορισμούς, με περιορισμένα οικονομικά περιθώρια και καλλιτεχνικά άνισες συνεισφορές.