Θα πάμε και φέτος στα Μάκαρα, αμέσως δυτικά από το στόμιο του κόλπου Καλλονής, για να τιμήσουμε τον πρώτο μυθικό βασιλιά της Λέσβου, τον Μάκαρα, τον εγγονό του Ποσειδώνα και γιο του Ηλιου, που λάτρεψαν οι Λέσβιοι ως Απόλλωνα και όταν επικράτησε ο χριστιανισμός συνέχισαν προσκυνώντας τον Ταξιάρχη, τον αρχιστράτηγο των Αγγέλων, προς τιμήν του οποίου βαφτίζονται οι Λέσβιοι Στρατήδες, σύμφωνα με τη σειρά: Στρατηγός, Στρατήγ’ς, Στρατής, που δεν έχει καμιά σχέση με το όνομα Ευστράτιος.
Θα πάμε στην έδρα του Μάκαρα, που αναφέρει ο Ομηρος στην Ιλιάδα ως «Μάκαρος έδος» και φτάνοντας στη γραφική παραλία με τα λευκά σμιλεμένα από τους νότιους ανέμους βότσαλά της, με τον εντυπωσιακό γκριζόχρωμο, φαγωμένο από την αλμύρα της θάλασσας βράχο «Κούκο», θα αναζητήσουμε δυτικά του δρόμου του ομώνυμου λόφου και μεταξύ ακτής και της πρώτης παραθαλάσσιας αγροικίας, στην κορυφή του ενδιάμεσου χαμηλού τύμβου, τον πρώτο και μεγαλύτερο κιβωτιόσχημο συλημένο μυκηναϊκό τάφο με το εγκάρσιο χώρισμά του και σε λίγα μέτρα στην κορυφή του διπλανού χαμηλότερου τύμβου θα δούμε άλλους δύο όμοιους συλημένους τάφους, δηλωτικούς της μυκηναϊκής ιστορίας της Λέσβου.
Στη συνέχεια θα ανεβούμε με το αυτοκίνητο στο βουνό Ροντάτς, δυτικά της παραλίας, όπου τα θεμέλια και μερικές σειρές ισόδομου συστήματος δύο αρχαίων πύργων, και βορειότερα θα αναζητήσουμε τον θαυμαστό «Καλόχτιστο» με τις λαξευμένες πέτρες στο σχήμα της πανάρχαιας λεσβίας δομής, όμοιας με τη διάταξη των σπόρων ροδιού, όπου κάθε σπόρος περιβάλλεται με άλλους όμοιούς του, σαν Ηλιος, Απόλλων ή Μάκαρ με τους πλανήτες να περιστρέφονται γύρω του, για να ακολουθήσει δίπλα ο οποιοσδήποτε σπόρος, που με τη σειρά του γίνεται Ηλιος…
Επιστρέφοντας στην παραλία θα χαρούμε ένα δροσερό μπάνιο στα γαλανά νερά του Αιγαίου και τότε θα αναφερθώ στο πρώτο μου πολύωρο ψάρεμα για χταπόδια με ψαροντούφεκο στη ρηχή ανατολική παραλία και την έκδηλη ικανοποίηση που ένιωσα όταν άπλωσα στον ήλιο το μοναδικό χταπόδι-λάφυρο, την οποία όμως μετρίασε μια μεσόκοπη αγρότισσα που ερχόταν από το άκρο της ανατολικής ακτής κρατώντας ένα μεγάλο πανέρι γεμάτο χταπόδια!
-Τόσα πολλά, τόλμησα να ρωτήσω, από πού, πώς; Μήπως με βάρκα;
-Λάδι η θάλασσα σήμερα, είπα να βγω παραμονή του Σταυρού, να πιάσω κανένα με τα χέρια για τη φαμίλια μου, απ’ αυτά που βόσκουν στα ρηχά, μέχρι και στα βράχια της παραλίας. Από τον Σεπτέμβρη κι ύστερα, όταν είναι λάδι η θάλασσα, ρίχνω κάθε τόσο απ’ αυτό το μπουκάλι δυο-τρεις σταγόνες λάδι, κι όταν φανεί καθαρά ο πάτος, τα βλέπω κι απότομα τ’ αρπάζω!
