ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οσο περνούν οι μήνες τόσο μια απορία αποκτά δυσθεώρητες διαστάσεις: Εχουμε χαζέψει ή έχουμε ναρκωθεί; Τα χαστούκια διαδέχονται το ένα το άλλο και κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να σηκωθεί (υπάρχει διαφορά από «ξεσηκώνομαι») από τον καναπέ, την πολυθρόνα ή άντε από την πλαστική του καρέκλα για να πει: Αρκετά.

Οι ελίτ έχουν περιορίσει τη σκέψη και τις ανάγκες σε μια οθόνη υπολογιστή και ταυτόχρονα επισείουν την τιμωρία του αποκλεισμού και του εκτοπισμού. Μια πολιτική που αρχικά σερβιρίστηκε στη συσκευασία του εκσυγχρονισμού, αλλά που σήμερα μεθοδικά και επίμονα μας οδηγεί σε «ψηφιακά κελιά», ομήρους στις διαθέσεις και στις προθέσεις των ψηφιακών ηδονοβλεψιών. Φαίνεται ότι αυτός ο ψηφιακός εγκλεισμός, που με τόση επιμέλεια εφαρμόζουν, έχει επηρεάσει την κρίση και έχει ευνουχίσει το θυμικό μας τόσο πολύ, ώστε κάθε ψηφιακός δεσμοφύλακας να αισθάνεται πλέον τόσο ασφαλής ώστε να αδιαφορεί για τις συνέπειες των λόγων του.

Φέρ’ ειπείν την Κυριακή βγήκε ένας τύπος και είπε ότι στην επικουρική σύνταξη «σταματάμε να παίρνουμε τα λεφτά των νέων και να τα δίνουμε στους ηλικιωμένους». Γνωστά πράγματα. Τα είχαμε ακούσει πριν από 14 μήνες, αλλά τότε, είχαν σπεύσει να τα μαζέψουν μπρος στον κίνδυνο να χαθούν τα ψηφαλάκια. Βγήκε λοιπόν αυτός ο τύπος, χωρίς να σκέφτεται όσους σήμερα έχουν πληρώσει για τους προηγούμενους και είπε το «ποίημά» του. Ακούστηκαν κάποιοι ψίθυροι που όμως χάθηκαν με τη δύση του ήλιου. Την επομένη ήταν λες και δεν είχε γίνει τίποτα. Θες οι Μυκήνες, θες ο Ερντογάν, θες ο τελικός του Κυπέλλου που δεν έγινε, θες ο κορονοϊός… όλοι παραμείναμε στους καναπέδες, στις πολυθρόνες και στις πλαστικές καρέκλες. Και έτσι η ζωή συνεχίστηκε με εμάς πιο λειψούς και εκείνους πιο περήφανους…

Θα μπορούσα να παραθέσω δεκάδες ή και εκατοντάδες εξίσου επώδυνα παραδείγματα με αυθαιρεσίες που όχι μόνο τις ακούσαμε αδιάφορα αλλά τις αποδεχτήκαμε και τις εφαρμόσαμε αδιαμαρτύρητα. Η προσαρμογή είναι τόσο ολοκληρωτική ώστε κάποιοι να ψέγουν εκείνους που αρνούνται να αποδεχτούν τον ψηφιακό εγκλεισμό τους. Φίλος περιπτεράς έλεγε τις προάλλες ότι πολλοί από τους «πιστούς» της ψηφιακής οικονομίας τον ψέγουν επειδή αρνείται να καταβάλει «λύτρα» στις τράπεζες, δηλαδή προμήθειες που επιβάλλουν για τη χρήση καρτών και οι οποίες τον καθιστούν οιονεί εισπράκτορά τους.

Ακόμα και η τηλεργασία που επιβλήθηκε βίαια με το πρόσχημα της πανδημίας, θεωρήθηκε από πολλούς βήμα προόδου. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα δεν δίστασαν να κατηγορήσουν ως οπισθοδρομικούς εκείνους που την εκλαμβάνουν ως πλήγμα στην εργασία και στα εργασιακά δικαιώματα. Φορολογούμενοι, γονείς, υποψήφιοι ακαδημαϊκοί πολίτες, επιβάτες, ασθενείς… είναι πλέον όμηροι απρόσωπων ψηφιακών τόπων.

Δυστυχώς είμαστε ακόμα στην αρχή, διότι αυτά που έρχονται θα κάνουν τα τωρινά να φαίνονται χάδια. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα «μεγάλα δεδομένα» που θα γίνουν ακόμα… μεγαλύτερα από την πληθώρα των προσωπικών δεδομένων που θα έχουν τη δυνατότητα να συλλέγουν με την καθιέρωση του 5G, το ίντερνετ των πραγμάτων, οι εκτυπώσεις 4D και οι αλγόριθμοι που θα «προβλέπουν» τάσεις, προδιαθέσεις, κλίσεις και αποκλίσεις, θα μας καταδικάσουν είτε σε αποδοχή είτε σε εξοστρακισμό. Τότε τύποι σαν και τον σύμβουλο του πρωθυπουργού δεν θα προαναγγέλλουν αλλά θα επιβάλλουν, αφού θα έχουν καταφέρει μέχρι τότε να ποινικοποιήσουν τη μη αποδεκτή διαφωνία.

Υπό το πρίσμα αυτό η αδιαφορία, η άκριτη υποδοχή, η σιωπηλή αποδοχή και η υιοθέτηση των επιχειρημάτων που προβάλλονται από τις ελίτ προκειμένου να «πείσουν» ότι σκέφτονται το καλό μας, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μια επιταγή στα χέρια ενός τοκογλύφου. Ομοια με εκείνον έτσι και αυτοί θα χτυπήσουν –διά αντιπροσώπου– ένα πρωί την εξώπορτα και θα πουν: «Πάρ’ το ή φύγε». Και τι θέλεις να γίνει: Να σπάμε τις «οθόνες» όπως έσπαγαν τα αργαλειά οι αρνητές της βιομηχανικής επανάστασης;

Η Ιστορία έχει δείξει ότι ανάμεσα στη σιωπηρή αποδοχή και στη βίαιη άρνηση υπάρχει ο διάλογος. Σήμερα θεωρείται είτε περιττός είτε διακοσμητικός. Οι Κινέζοι ηγέτες αναπτύσσουν λογισμικά ολοκληρωτικής αστυνόμευσης χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Οι ηγεσίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών προτιμούν τον προσχηματικό διάλογο και αξιοποιούν τις κρίσεις για να επιβάλουν «υποχρεώσεις» και «καινοτομίες» που σε άλλες εποχές θα χρειάζονταν χρόνια για να το καταφέρουν.

Πλέον, το αίτημα του διαλόγου για να τεθούν όρια, δικλίδες ασφαλείας και διαδικασίες ελέγχου είναι επιτακτικό, προκειμένου οι άνθρωποι να μη βιώσουν την εφιαλτική πραγματικότητα των ψηφιακών κελιών που προορίζονται γι’ αυτούς.

*δημοσιογράφος, συγγραφέας