ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ντοκουμέντο μιας πρωτόγνωρης εποχής, η συνομιλία δύο δημιουργών κατά την περίοδο του εγκλεισμού. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου και η Τασούλα Επτακοίλη μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας «έσπασαν» την καραντίνα και συνέθεσαν το χρονικό της αστικής ερήμωσης.

Το βιβλίο τους «Με βλέπεις;» (Εκδόσεις Καστανιώτη), το οποίο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία από τις 28 Σεπτεμβρίου, δεν είναι απλώς η επιστολική καταγραφή μιας νέας πραγματικότητας. Είναι μια άσκηση ισορροπίας πάνω από το κενό, μια προσπάθεια να κατανοηθεί το ακατανόητο. Ενα αίτημα ζωής σε σκηνικό θανάτου, ένας θρίαμβος του «μαζί» στη μάχη του με το «άνευ».

Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει δύο από τα e-mails που αντάλλαξαν οι συγγραφείς.


Μεγάλη Τετάρτη

Θέλω πολύ να σου πω μια ιστορία, Φωτεινή, μέρες που είναι. Το Πάσχα της Εκτης Δημοτικού ήταν σκέτη καταστροφή. Μόλις έκλεισαν τα σχολεία, η μαμά πήρε την εξάχρονη Γιούλη κι εμένα να πάμε για ψώνια. Χρειαζόμασταν καλά ρούχα για την Ανάσταση, μια και μας είχαν καλέσει κάποιοι συγγενείς στο εξοχικό τους, εκτός Αττικής.

Δεν προλάβαμε να τα αγοράσουμε. Δεν προλάβαμε καν να γευτούμε τη χαρά και την έξαψη να δοκιμάζουμε εμπριμέ φορέματα, φούστες με βολάν και μπλουζάκια με μαργαρίτες και φιόγκους. Μέσα στον συνωστισμό του λεωφορείου, κάποιος πορτοφολάς πέτυχε τον στόχο του και… καπνός τα χρήματα.

Επιστρέψαμε άρον άρον στο σπίτι, πέσαμε και οι τρεις στο κρεβάτι των γονιών μου και κλαίγαμε γοερά, αγκαλιασμένες. Το κονδύλι για την ανανέωση της γκαρνταρόμπας μας είχε χαθεί. Αλλα χρήματα δεν περίσσευαν.

Πώς κατάφερε η μαμά και εξασφάλισε τελικά ένα μικρό ποσό δεν ξέρω. Αποφάσισε λοιπόν να μας αγοράσει τουλάχιστον καινούργια παπούτσια. Πήγε μόνη της αυτή τη φορά σε μια βιοτεχνία που είχε ανακαλύψει κάποια συνάδελφός της. Στη Νέα Ιωνία; Στον Περισσό; Θα σε γελάσω. Ολόκληρο ταξίδι έκανε πάντως από τον Πειραιά μέχρι τη γειτονιά των φτηνών παπουτσιών. Επέστρεψε ενθουσιασμένη, με δυο ζευγάρια. Της Γιούλης –κόκκινα, θαρρώ– ήταν μια χαρά. Τα δικά μου όμως γοβάκια –μπεζ και με μπαρέτα–, αν και θεωρητικά στο νούμερό μου, μου έπεσαν μικρά. Δηλαδή όχι απλώς μικρά· κάθε βήμα ήταν μαχαιριά, τόσο πολύ υπέφερα.

Πού να τολμήσω να της το πω; Να της χαλάσω τη χαρά; Να γεμίσουν πάλι δάκρυα τα μάτια της που έλαμπαν; Αδύνατον. Αχνα δεν έβγαλα. Καμώθηκα την ενθουσιασμένη και τα φόρεσα. Περπατούσα και σε κάθε βήμα ο πόνος γινόταν ολοένα και πιο αφόρητος. Προσπαθούσα να ρίχνω το βάρος στις φτέρνες, μήπως και μ’ αυτόν τον τρόπο τα δάχτυλά μου, που συμπιέζονταν, υπέφεραν λιγότερο.

Ετσι πέρασαν οι μέρες των πασχαλινών διακοπών και μερικές ακόμα εβδομάδες εκείνης της άνοιξης. Η μαμά, βλέπεις, ήθελε να τα φοράω και στο σχολείο.

«Για να βγάλουν τα λεφτά τους, γιατί μέχρι του χρόνου θα έχει μεγαλώσει το πόδι σου…» Το βασανιστήριο συνεχίστηκε λοιπόν μέχρι που καλοκαίριασε και, ανακουφισμένη, άρχισα να κυκλοφορώ με πέδιλα.

Δεν τον έχω ξεχάσει εκείνον τον πόνο – τον τόσο οξύ και διαπεραστικό. Τις τελευταίες μέρες νομίζω ότι τον νιώθω ξανά.

Με στενεύει, Φωτεινή, αυτό το Πάσχα, με τόσο φόβο τριγύρω για την πανδημία και με την αγωνία για όσα θα αφήσει πίσω της. Με στενεύουν όσα ζούμε. Εχω ανάγκη την άπλα των αναμνήσεων. Τις αποζητώ –έστω κι αν μερικές είναι δυσβάσταχτες– όπως η γλώσσα επιμένει να παιδεύει το πονεμένο δόντι.

«Το παρελθόν είναι φάρος, όχι λιμάνι», λέει μια παλιά ρωσική παροιμία. Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή, φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν σταματώ να τον ψάχνω.

Τασούλα, αυτό το γράμμα ανήκει στη μαμά σου. Πώς θα σου φαινόταν, τόσα χρόνια μετά, να μάθει την ιστορία με τα στενά μπεζ γοβάκια; Πώς όμως να πεις ιστορίες σε νεκρούς; Η κυρία Φι ισχυρίζεται πως οι πεθαμένοι δικαιούνται να έχουν πρόσβαση στα μυστικά μας. Εστω σε κάποια από αυτά. Ανέλαβε λοιπόν εκείνη να φανερώσει στη μαμά σου την ιστορία. Και η μαμά σου απάντησε. Σου στέλνω το δικό της γράμμα. Απευθύνεται σ’ εσένα:

Να μου προσέχεις, μικρό μου…

Κρύωνα εδώ. Το γράμμα που μου έστειλε η κυρία Φι μου έδωσε μια ζεστασιά. Τυλίχτηκα μέσα σε κάτι ζεστό.

Ποιος να το ‘λεγε πως μια επιστολή και μια ιστορία για ένα ζευγάρι στενά παπούτσια του Πάσχα θα μεταμορφώνονταν σε χνουδωτή μάλλινη κουβέρτα; Παράξενος που είναι ο κόσμος!

«Η αγάπη αγκαλιάζει τα πάντα, ακόμα και τον θάνατο». Ετσι τελειώνει η επιστολή που μου έστειλε η κυρία Φι.

Να μου προσέχεις, κοριτσάκι μου.

Τι να έγιναν, άραγε, εκείνα τα παπούτσια; Μπεζ, στενά και με λουράκι· ούτε καν κόκκινα.

Με μπέρδεψες. Να χαρώ που νοιαζόσουν τόσο για μένα ή να λυπηθώ τα πονεμένα ποδαράκια σου;

Νοιάξιμο και πόνος. Αναρωτιέμαι: θα μπορούσε η αγάπη να ήταν αλλιώς; Και η ζωή, πες μου, η ζωή θα μπορούσε να ήταν αλλιώς;

Σε φιλώ, η μαμά σου