Πριν καν κλείσει δεκαετία από τη συγκρότηση της ενιαίας Γερμανίας το 1871 ο καγκελάριος Μπίσμαρκ συγκάλεσε το 1878 το Συνέδριο του Βερολίνου και απέτρεψε πολεμική σύγκρουση Βρετανίας-Ρωσίας για την τύχη του Μεγάλου Ασθενή, της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Μπίσμαρκ, κυρίαρχος στην ηπειρωτική Ευρώπη μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71, δεν είχε βλέψεις και φιλοδοξίες στα Βαλκάνια και έτσι η διαμεσολάβησή του υπήρξε αποτελεσματική.
Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που επέβαλε η Ρωσία στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία ακυρώθηκε.
Οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ κινήθηκαν διαφορετικά καθώς επένδυσαν σε μια στρατηγική ειδική σχέση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποκορύφωμα μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 την αποστολή δύο στρατηγών, του Γκολτζ και του Σάντερς, που ανέλαβαν όχι μόνον τον εκσυγχρονισμό αλλά την ουσιαστική διοίκηση των οθωμανικών δυνάμεων.
Η μετάλλαξη της διαιτησίας σε διμερή συμμαχία κόστισε στο Βερολίνο κάθε σοβαρή δυνατότητα επιρροής στον αραβομουσουλμανικό κόσμο και άφησε το Λονδίνο ανεμπόδιστο να υποκινήσει την αραβική εξέγερση του 1916.
Σήμερα η φιλοδοξία του Βερολίνου να προωθήσει μια συνολική ειδική σχέση Ε.Ε.-Τουρκίας δεν έχει μοναδικό προαπαιτούμενο τον διάλογο Ελλάδας-Τουρκίας.
Πρώτα απ’ όλα κινδυνεύει να δει τη διαφοροποίηση Παρισιού και Βερολίνου απέναντι στην Αγκυρα να διογκώνεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το βέτο της Γαλλίας πριν από περίπου έναν χρόνο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, που ήταν μια σοβαρή προειδοποίηση της γαλλικής δυσαρέσκειας για την άρνηση του Βερολίνου να συζητήσει τις προτάσεις Μακρόν για τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης.
Τι σκέφτονται στο Βερολίνο όσοι εισηγήθηκαν ως εμβληματική πρωτοβουλία της γερμανικής προεδρίας τη δρομολόγηση μιας δυναμικής με καταληκτικό ορίζοντα μια ειδική σχέση της Τουρκίας του Ερντογάν με την Ε.Ε. των «27»;
Εχουν κατανοήσει πως θα προκαλέσουν την εναντίωση της Σαουδικής Αραβίας, των Εμιράτων, της Αιγύπτου και του Ισραήλ και όχι μόνον;
Μια στοιχειώδης γνώση των κριτηρίων αξιολόγησης γεωπολιτικών κινδύνων από τις παραπάνω χώρες οδηγεί στην ανάδειξη της αναθεωρητικής πολιτικής του Ερντογάν ως της κύριας περιφερειακής αποσταθεροποιητικής απειλής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο έγκυρος Τούρκος αναλυτής Μουράτ Γετκίν σημειώνει πως αυτό που ενώνει τους Αραβες σήμερα δεν είναι η αντίθεση προς το Ισραήλ αλλά η αντίθεση προς την Τουρκία.
Επιπλέον φαίνεται ότι στο βαθύ κράτος του Ισραήλ η Τουρκία αξιολογείται ως ισότιμη, αν όχι σημαντικότερη, στη σημερινή συγκυρία από ό,τι το Ιράν.
Δυσαρεστημένες από την προσέγγιση του Βερολίνου με την Αγκυρα είναι και η Ουάσινγκτον και η Μόσχα.
ΗΠΑ και Ρωσία, που ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί για να συνθέσουν τριγωνικές ισορροπίες με τον Ερντογάν, βλέπουν την ανάμειξη του Βερολίνου ως εξέλιξη που διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της Αγκυρας.
Ολα μαζί τα παραπάνω αθροιστικά δεν προκαλούν ιδιαίτερη αισιοδοξία για την πρωτοβουλία της γερμανικής προεδρίας να επιδιώξει να χαράξει το περίγραμμα μιας ειδικής σχέσης Ε.Ε.-Τουρκίας.
Θα πρόκειται για το τρίτο χαμένο διπλωματικό στοίχημα της ενιαίας Γερμανίας:
-Το πρώτο ήταν το καλοκαίρι του 1991 όταν η πίεση των Κολ και Γκένσερ για αναγνώριση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας διέσπασε την ευρωπαϊκή ενότητα και άνοιξε τον δρόμο για την επέμβαση των ΗΠΑ.
-Το δεύτερο ήταν η στήριξη της εξέγερσης στην Ουκρανία το 2013-14 με την πρωτοβουλία των κινήσεων να περιέρχεται τελικά στις ΗΠΑ.
