Είναι εκείνες οι στιγμές που ο Ελληνας φαντασιώνεται πως το πατριωτικό του αίσθημα και κυρίως η ιστορική γνώση που διαθέτει, η ακριβή του άποψη για τα εθνικά θέματα, ταυτίζονται με την κυβερνητική πολιτική, με την εξωτερική πολιτική, με εκείνους που, εκ παραδόσεως, αγαπούν την πατρίδα. Επιτέλους, κάποιοι που με εκπροσωπούν επαξίως! Κάποιοι που δεν είναι τίποτα διεθνιστές αλλά αγαπούν την πατρίδα, κι αυτό το έχουν αποδείξει στο πέρασμα των χρόνων, στη διάρκεια τόσων και τόσων πατριωτικών κυβερνήσεων…
Γιατί ο Ελληνας ξέρει καλά κάθε άρθρο των διεθνών συνθηκών, ξέρει μέχρι και το τελευταίο τετραγωνικό της ΑΟΖ του Καστελόριζου, παίζει στα δάχτυλα τον ορισμό της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, ξέρει πως, κι αν χρειαστεί, με αέρα νικητών θα προσφύγουμε στη Χάγη…
Κι ούτε φαντάζεται πως καμία κυβέρνηση, και η πλέον «πατριωτική», δεν είναι δυνατόν να συμμεριστεί την παντογνωσία του στην πολιτική και τη διπλωματία της. Κι ας τον αφήνει τον πατριώτη να εκδηλώνει την εθνικιστική του παραφορά κι ας την επικροτεί με χαμόγελα και φιλοφρονήσεις.
Είναι εκείνες οι στιγμές που ο Ελληνας, είτε βρίσκεται στο καφενείο είτε αραχτός στην ξαπλώστρα της Ψαρρούς είτε στη σκηνή είτε με τα δάχτυλα ετοιμοπόλεμα πάνω στο πληκτρολόγιο, θα θρηνήσει γοερά σε πανστρατιά προσευχής τη δεύτερη πτώση της Αγίας Σοφίας – δεν θα αφήσει την UNESCO να λογαριαστεί με την Τουρκία για το μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς. Είναι εκείνες οι στιγμές που θα αγκαλιάσει και θα ασπαστεί τον Παρθενώνα.
Το κακό είναι πως ο παντογνώστης Ελλην υπό την πατριωτική έξαρση δεν θα κατανοήσει ούτε θα συγχωρήσει ποτέ τον συμπατριώτη του που παρατηρεί με σκεπτικισμό τις εξελίξεις και τις αντιδράσεις καθώς εκείνος δηλώνει πως δεν ξέρει. Δεν τα ξέρει όλα ή επαρκώς τουλάχιστον. Το κακό είναι πως ο παντογνώστης Ελλην δεν θα μάθει ποτέ πως αυτή η παραδοχή άγνοιας ίσως να αποτελεί την εκκίνηση στον δρόμο που οδηγεί στη γνώση.
