Παρά την οικονομική κρίση, μια βαθιά διχασμένη κοινωνία και σειρά εσωτερικών αντιφάσεων, η Τουρκία παραμένει μια ισχυρή χώρα, που οι γεωπολιτικές αλλαγές των μεταψυχροπολεμικών χρόνων την έχουν αναδείξει σε περιφερειακή δύναμη. Μια δύναμη που μπορεί να προβάλλει ταυτόχρονα ισχύ στη Συρία, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με συνέχεια στο επίπεδο της πολιτικής της στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και με ιδιαιτερότητες, η Τουρκία του Ερντογάν κινείται σε πολλαπλά επίπεδα: επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγέτιδα χώρα της σουνιτικής umma (κοινότητας πιστών), να γκρεμίσει τον κεμαλισμό (εκεί παρέπεμπαν τόσο η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί όσο και η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης) και να αποτρέψει τον αποκλεισμό και την περικύκλωσή της στην Αν. Μεσόγειο.
Η Τουρκία είναι μια χώρα που μπορεί να θέτει την ατζέντα και που έχει αποφασίσει ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της δεν υπάρχει, οπότε και δεν νιώθει δεσμευμένη από υποχρεώσεις που πηγάζουν από το διεθνές δίκαιο. Η σχέση της πλέον με την Ευρώπη είναι μια σχέση συναλλακτική, σχέση ανταλλαγμάτων: πουθενά δεν είναι πιο σαφές αυτό από το προσφυγικό. Με τις ΗΠΑ, στη σκιά μιας προσωπικής σχέσης Ερντογάν-Τραμπ, αισθάνεται ότι μπορεί να διαπραγματεύεται ως ίσος προς ίσο. Η ιστορία των S400, όπου ο Ερντογάν υποχρέωσε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να υποχωρήσουν στο ζήτημα των πυραύλων, είναι διδακτική.
Η συμμαχία της με τη Ρωσία και η όξυνση των σχέσεων με το Ισραήλ ανέτρεψαν από καιρό την περιφερειακή ισορροπία, κάνοντας την Τουρκία έναν αυτόνομο ισχυρό παίκτη, που πλέον, όσο και να την ενδιαφέρει η Δύση, δεν νιώθει αγκιστρωμένη σε αυτήν.
Σε σχέση με τη χώρα μας, από τα Ιμια και μετά, η γείτων ακολουθεί μια πολιτική «φινλανδοποίησης»: χωρίς να προστρέχει στη χρήση βίας, και μόνο με την απειλή της, στόχος της είναι να εμποδίσει την Ελλάδα στην άσκηση κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Παράλληλα, έχει μια συντριπτική υπεροπλία έναντι της Ελλάδας, αλλά και στρατιωτική υπεροχή με στρατιώτες με εμπειρία στο πεδίο των μαχών.
Τι σημαίνει αυτή η πραγματικότητα για την Ελλάδα;
- Τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό προφανέστατα είναι συνδεδεμένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποστηρίζουμε άκριτα τον κυπριακό απορριπτισμό σε όλα ή την ακαμψία.
- Κάθε συμμαχία είναι σημαντική λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Το ίδιο και η τριμερής με Κύπρο-Ισραήλ, Κύπρο-Αίγυπτο καθώς και η αντίστοιχη τετραμερής, οι οποίες πάντως, έως τώρα, έχουν αποδειχθεί αμφίβολου αποτελέσματος όπως και ο East Med. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελούν κανενός είδους θωράκιση για τη χώρα αλλά ούτε για την Κύπρο. Στην πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση είδαμε το ΝΑΤΟ να παραμένει βουβό, τις ΗΠΑ να τηρούν ίσες αποστάσεις, ενώ το Ισραήλ παρέμεινε ουδέτερο. Η Ε.Ε., με την Κοινή Πολιτική Αμυνας και Ασφάλειας σε εμβρυακή μορφή, είναι αμφίβολο αν θα δράσει την κρίσιμη ώρα. Η Γαλλία ήταν η μόνη χώρα που έδειξε ότι μπορεί και θέλει να σταθεί απέναντι στην Τουρκία.
- Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απολύτως θετική η επανέναρξη του διαλόγου Ελλάδας-Τουρκίας, με προτροπή της γερμανικής προεδρίας. Ο διάλογος πρέπει να είναι διαρκής, ουσιαστικός και σε όλα τα επίπεδα. Στη χώρα μας συχνά αυτό δαιμονοποιήθηκε ως δείγμα τάχα ενδοτισμού, ενώ το «δεν κάνουμε τίποτα» θεωρήθηκε πιο ασφαλής επιλογή. Ομως ό,τι κερδίσαμε ποτέ στις σχέσεις μας με την Τουρκία, όπως η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., το πετύχαμε μέσα από εντατικό και επίμονο διάλογο.
Ενας κορυφαίος διπλωμάτης που έχει φύγει από τη ζωή από καιρό, συνήθιζε να λέει: Για να καταλάβεις πόσο η Τουρκία θα αντισταθεί σε κάθε μορφή αποκλεισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, κοίτα τον χάρτη. Μεταφέροντας αυτή τη σκέψη στη σημερινή κατάσταση είναι σαφές ότι οποιαδήποτε στρατηγική η οποία πιστεύει ότι μπορεί να αποκλειστεί ή να απομονωθεί η Τουρκία είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Η διεθνής πολιτική δεν διαμορφώνεται με τους ευσεβείς μας πόθους αλλά με ρεαλιστική ανάγνωση και κατανόηση της πραγματικότητας. Μας αρέσει ή όχι, ειρήνη και σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να υπάρξει, αν η Τουρκία δεν είναι στο τραπέζι των συζητήσεων.
Ας ελπίζουμε ότι οι διερευνητικές επαφές που αρχίζουν μέσα στον μήνα θα ανοίξουν ένα ουσιαστικό παράθυρο συνεννόησης.
* αναπλ. καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
