Το σενάριο αρχίζει με τις πρώτες προειδοποιήσεις για τον κορονοϊό, αρχές Μαρτίου: Δυο άνθρωποι συναντιούνται στον δρόμο και, καθώς ο ένας επιχειρεί να πλησιάσει τον άλλον για ένα φιλί, μια αγκαλιά ή έστω μια χειραψία, ο άλλος απομακρύνεται. –«Γεια!» -«Ναι, αλλά από μακριά» ο συνηθισμένος διάλογος. Η δυσαρέσκεια του πρώτου ήταν, τις περισσότερες φορές, έκδηλη. Επειδή μόλις βίωσε μια εμπειρία αποφυγής απτικής επαφής και τα αισθήματά του κυμαίνονται μεταξύ απογοήτευσης και ματαίωσης (για την κίνηση που δεν εκπληρώθηκε), λύπης (για την απόρριψη που δέχτηκε), ανησυχίας και αμφιβολίας (για το τι ήταν αυτό που έκανε λάθος) και, εν τέλει, ντροπής ως αποτέλεσμα όλων αυτών. Ο θυμός επίσης βρισκόταν συχνά στο μίγμα, με φράσεις όπως «Αν θες από μακριά, να κάτσεις σπίτι σου» να σπανίζουν μεν, να μην απουσιάζουν δε. Τέτοιες συμπεριφορές και αντιδράσεις δεν έχουν εξαλειφθεί από την κοινωνική ζωή. Και το αν θα γίνει κάποτε αυτό, αναμένεται να εξακριβωθεί.
Η προφανής πηγή δυσαρέσκειας σ’ αυτήν την κατάσταση είναι το αίσθημα ντροπής που προκαλεί η άρνηση της συμβολικής χειρονομίας. Ενας άνθρωπος πήγε να μοιραστεί τα θετικά του συναισθήματα με έναν άλλον αγγίζοντάς τον και ο δεύτερος τον απέτρεψε. Σε αντίθεση με τις κοινωνίες «Αρνητικής Ευγένειας» (όπου ευγενική συμπεριφορά θεωρείται το να μην απασχολείς ή ενοχλείς τον άλλον, αφού η ιδέα είναι ότι ο άλλος θέλει την ησυχία του), μια κοινωνία «Θετικής Ευγένειας» όπως η Ελλάδα (όπου ευγενική συμπεριφορά θεωρείται το να πλησιάσεις και να ενδιαφερθείς για τον συνάνθρωπο, αφού η ιδέα είναι ότι θέλει την ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή) προσφέρει εύφορο περιβάλλον για όξυνση τέτοιων συναισθημάτων.
Οπως δείχνουν τέτοιες εμπειρίες, η πανδημία ευνοεί και αυτό το συναίσθημα στους ανθρώπους – τον φόβο της αφής. Οι αγκωνιές και οι «ποδαψίες» δείχνουν να προστατεύουν τον κόσμο από την ανησυχία για μετάδοση του ιού από τον άνθρωπο τον οποίο χαίρονται που βλέπουν. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια σχετικά απλή, εύκολα εφαρμόσιμη και αποτελεσματική τακτική επιβίωσης: σε όσο μικρότερη επαφή έρχεσαι με άλλους, τόσο πιο δύσκολο να μολυνθείς από τον ιό. Η εδραίωσή της όμως εγκυμονεί κινδύνους ψυχολογικούς που δεν είναι τόσο προφανείς.
Η αίσθηση της αφής είναι πρωτίστως εργαλείο επιβίωσης. Υποστηρίζεται από μηχανισμούς αναγνώρισης πίεσης, δόνησης, θερμοκρασίας, ροπής, υφής κ.λπ. Ετσι προκύπτουν πληροφορίες που οδηγούν τον άνθρωπο μακριά από πηγές κινδύνου και κοντά σε πηγές υγείας, ασφάλειας και ευεξίας.
Ερευνες σε ανθρώπους και ζώα έχουν δείξει ότι οι δύο αυτές λειτουργίες της αφής υποστηρίζονται από διαφορετικές λειτουργίες του εγκεφάλου: Μια πρώτη, ταχεία και ασυναίσθητη λειτουργία που σου υποδεικνύει αν πρέπει να αποτραβηχτείς από το αντικείμενο ή όχι. Και μια δεύτερη, βραδεία και πολύ πιο εκούσια λειτουργία που σου επιτρέπει να το επεξεργαστείς περισσότερο.
Ταυτόχρονα, η αφή είναι εργαλείο κοινωνικοποίησης, επικοινωνίας και ενθάρρυνσης, ενώ συμβάλλει και στην ικανότητα επιτυχούς διαχείρισης της συναισθηματικής φόρτισης στους ανθρώπους. Και φυσικά είναι και εργαλείο καθημερινής απλής απόλαυσης, όπως μαρτυρά το γουργούρισμα της γάτας και το κούνημα της ουράς του σκύλου σαν ανταπόκριση στα χάδια – φτάνει, βεβαίως, να γίνεται με τη συγκατάθεση του αποδέκτη!
Αυτό αποτυπώνεται και στην -ελληνική, αγγλική, γαλλική και πιθανότατα κάθε- γλώσσα όταν λέμε ότι κάτι «με άγγιξε»: ότι το έκανα δικό μου, ότι με έκανε απροσδόκητα να (ξανα)δώ ή να επεκτείνω κομμάτια του εαυτού μου και ότι με άλλαξε προς το καλύτερο. Συνεπώς, ότι το καλωσορίζω. Αντίστροφα πάλι, «δεν με αγγίζει» σημαίνει «δεν έχει αξία για μένα, δεν έχει θέση στην ψυχή μου». Ενώ και «επαφή» προκύπτει από «αφή».
Εδώ έρχεται και η έννοια του συναισθηματικά θετικού «στοργικού αγγίγματος» (affective touch) που διαφέρει από το τυχαίο, το αδιάφορο, το διερευνητικό ή το βίαιο: μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, αλλά είναι εξ ορισμού εμπρόθετο και φιλικό, με στόχο να εκφράσει αίσθημα αποδοχής, προσέγγισης και πρόσκλησης. Στον ιατρικό και θεραπευτικό κλάδο, φαίνεται να έχει καταπραϋντικές ιδιότητες σε παθήσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν άσχετες με την αφή, όπως η νευρική ανορεξία και οι φλεγμονές, ενώ στοιχεία δείχνουν ότι το στοργικό άγγιγμα του ιατρού (σε αντίθεση με το επαγγελματικό του άγγιγμα) επιταχύνουν την ανάρρωση του ασθενούς.
Στον χώρο της ψυχικής υγείας, το στοργικό άγγιγμα δείχνει να αυξάνει την αυτοπεποίθηση των ανθρώπων και να μειώνει τα αισθήματα φόβου απέναντι σε δυσάρεστες σκέψεις. Πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τις εποχές απομόνωσης που ζούμε, η αφή φαίνεται να ελαττώνει τη δυσφορία που φέρνει ο κοινωνικός αποκλεισμός. Το στοργικό άγγιγμα οποιασδήποτε μορφής ωθεί τους ανθρώπους να ξεπερνούν σωματικό και συναισθηματικό πόνο, να αναζητούν περαιτέρω κοινωνικές επαφές και να μεριμνούν για το καλό των γύρω τους, όπως δείχνουν έρευνες (π.χ. των Mohr, Kirsch και Fotopoulou, 2017). Αυτό το τελευταίο σημείο ίσως να είναι το σημαντικότερο, αφού δείχνει ότι η επίδραση του στοργικού αγγίγματος κάνει τον άνθρωπο όχι μόνο να αισθάνεται καλύτερα αλλά και να συμπεριφέρεται καλύτερα. Αλλάζει, κατά κάποιον τρόπο, το πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του στον κόσμο. Η πράξη τού να αγγίζεις στοργικά τον άνθρωπο που σε ενδιαφέρει από μόνη της κάνει τον κόσμο καλύτερο.
Ηθικό δίδαγμα: Ας μη σταματήσουμε να ακουμπάμε καλοπροαίρετα τους συνανθρώπους μας.
* PhD, διδάκτωρ Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, συνεργάτης του Ινστιτούτου «Γαληνός»
