ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βιβή Κεφαλά*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο δεν είναι κάτι καινούργιο, καθώς έχουν αρχίσει από το 1973 και έκτοτε συνεχίζονται, προσαρμοζόμενες κάθε φορά στις εσωτερικές, περιφερειακές και διεθνείς συγκυρίες. Παράλληλα, η Τουρκία εκμεταλλεύεται τα πολιτικά λάθη της Αθήνας, όπως η απόσυρση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, πράγμα που επέτρεψε στην Αγκυρα να θέσει υπό αμφισβήτηση την ελληνική κυριαρχία σε σημαντικές θαλάσσιες περιοχές, αμφισβητήσεις που επεκτείνει του λοιπού συνεχώς.

Στη συνέχεια, η ελληνική θέση συνοψίστηκε στο «δεν διεκδικούμε τίποτα, δεν παραχωρούμε τίποτα», πράγμα που αποτέλεσε ένα ευφυές πολιτικό εύρημα για εσωτερική κατανάλωση, αλλά οδήγησε σε ένα θεμελιώδες σφάλμα τακτικής εν όψει διαπραγματεύσεων, αφού η ελληνική πλευρά παραιτήθηκε κάθε διεκδίκησης από την τουρκική. Ως εκ τούτου, εάν και όποτε γίνονταν διαπραγματεύσεις, η αποτυχία τους θα βάρυνε την Ελλάδα.

Οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις έκτοτε χαρακτηρίζονται από περιόδους ύφεσης αλλά και από κρίσεις, οι οποίες εντείνουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, που πλέον εκφράζονται ανοικτά με τη διεκδίκηση της «γαλάζιας πατρίδας» από τον πρόεδρο Ερντογάν ήδη από το 2017. Αυτό σημαίνει ότι η Αγκυρα διεκδικεί ευθέως την επέκταση της επιρροής –αν όχι της κυριαρχίας– της σε όλες τις θάλασσες που κάποτε έβρεχαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Παράλληλα, προετοιμάζεται, ώστε να μετατραπεί σε ναυτική δύναμη, για να καταστήσει αξιόπιστες τις απειλές της προς όλες τις γειτονικές της χώρες, ενώ δεν διστάζει να αναμειγνύεται στους πολέμους δι’ αντιπροσώπων που διεξάγονται στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, χρηματοδοτώντας τζιχαντιστικές ομάδες, που δρουν υπέρ των προστατευομένων της, όπως του Σαράτζ στη Λιβύη. Υπό αυτούς τους όρους υπεγράφη και το περιβόητο Τουρκο-λιβυκό Μνημόνιο, που αποσκοπεί όχι μόνο στην έμπρακτη κατάργηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο αλλά και θέτει ένα ακόμα εμπόδιο στην κατασκευή του EastMed, εάν και όποτε γίνει.

Η λογική της Αγκυρας είναι απλή: υπέρμετρες διεκδικήσεις, προκλητικές δηλώσεις, οι οποίες είναι ταυτόχρονα εξοργιστικές και γελοίες, κλιμάκωση της έντασης, όπως έγινε με την πρόσφατη navtex για τη διεξαγωγή παράνομων υποθαλάσσιων ερευνών στο Αιγαίο από το «Ορούτς Ρέις», που βεβαίως συνοδευόταν από τουρκικά πολεμικά σκάφη.

Ακολουθεί αποκλιμάκωση της έντασης με το πάγωμα των ερευνών και πρόσκληση της Τουρκίας σε διάλογο ή και διαπραγματεύσεις, στις οποίες προφανώς προτίθεται να θέσει όλες τις διεκδικήσεις που έχει συσσωρεύσει εν τω μεταξύ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν είναι προς διαπραγμάτευση, αφού είναι αντίθετες τόσο ως προς τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 όσο και ως προς το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο πλέον είναι υποχρεωτικό ακόμα και για τα κράτη που δεν το έχουν προσυπογράψει.

Με την τακτική αυτή, η Τουρκία εμπαίζει και ταυτόχρονα απειλεί την Ελλάδα, επιδιώκοντας να κάμψει το ηθικό της και να τη σύρει σε έναν διμερή διάλογο, που δεν μπορεί να έχει ουσιώδες αποτέλεσμα, μια και ο Τούρκος πρόεδρος είναι αποφασισμένος να κατακτήσει είτε διπλωματικά είτε στρατιωτικά αυτό που θεωρεί ότι του ανήκει, υποδυόμενος τον Μωάμεθ τον Πορθητή και επιδιώκοντας την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Τουρκία μπορεί να δρα ανενόχλητη ως περιφερειακός ταραξίας, διότι ευνοείται από τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Συνθήκες που χαρακτηρίζονται από την τάση αποδόμησης της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων, την απαξίωση του διεθνούς δικαίου, την εδραίωση αυταρχικών ηγετών, την ανελέητη πάλη για απόκτηση ή διεύρυνση ζωνών επιρροής, τις κυμαινόμενες συμμαχίες, τις αυξανόμενες ασύμμετρες απειλές, τις περιφερειακές κρίσεις και την αστάθεια που παράγουν και διαχέουν.

Σε αυτό το μεταλλασσόμενο διεθνές περιβάλλον, περιτριγυρισμένη από περιφερειακές κρίσεις, αντιμέτωπη με το προσφυγικό πρόβλημα, πληττόμενη όλο και περισσότερο οικονομικά, η Ελλάδα βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Στόχος της θα πρέπει να είναι η απόκτηση ισχυρής αποτρεπτικής ισχύος, καταρχήν διπλωματικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να υπολογίζει στην ουσιαστική υποστήριξη των συμμάχων της –παραδοσιακών ή νεόκοπων– σε περίπτωση θερμού επεισοδίου με την Τουρκία.

Παράλληλα, θα πρέπει να βελτιώσει με στοχευμένες επιλογές τις αμυντικές της δυνατότητες, εφαρμόζοντας το δόγμα της αποτροπής του λιγότερο ισχυρού μέρους προς το ισχυρότερο, καθιστώντας έτσι αρνητικό το ζεύγος κόστος – ωφέλεια για τον επιτιθέμενο.

Προς το παρόν φαίνεται ότι η νέα κρίση στο Αιγαίο έχει αποσοβηθεί. Ομως δεν είναι απίθανο να ξεσπάσει μία νέα κρίση στο άμεσο μέλλον, μια και η συμπεριφορά της ερντογανικής Τουρκίας θα συνεχίσει να είναι ίδια και απαράλλακτη, για όσο χρόνο τής το επιτρέπουν οι συνθήκες.

*Αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστημίου Αιγαίου