Ηταν 2 Νοεμβρίου όταν η Μπάγερν Μονάχου επέστρεψε από τη Φρανκφούρτη έχοντας διασυρθεί 5-1 από την Αϊντραχτ. Η ομάδα ήταν τέταρτη στη βαθμολογία της Μπουντεσλίγκα, τέσσερις βαθμούς από την κορυφή.
Είχε έρθει πια η στιγμή για να γίνει πραγματικότητα η επιθυμία των Βαυαρών οπαδών: να απομακρυνθεί ο Νίκο Κόβατς από την τεχνική ηγεσία. Ναι μεν ο Κροάτης προπονητής είχε κερδίσει το προηγούμενο πρωτάθλημα, όμως η ομάδα δεν θύμιζε… Μπάγερν. Είχε απολέσει τα βασικά της χαρακτηριστικά και οι επιτυχίες της οφείλονταν περισσότερο στο ατομικό ταλέντο των παικτών της, παρά σε συγκεκριμένο πλάνο.
Ακούγονταν ένα σωρό ονόματα για τη διαδοχή του Κόβατς. Η διοίκηση προχώρησε σε πρώτη φάση στον ορισμό του Χανς-Ντίτερ «Χάνζι» Φλικ, βοηθού του Κροάτη, ως υπηρεσιακού προπονητή. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που αναρωτήθηκαν «ποιος είναι αυτός;».
«Αυτός» λοιπόν είχε φορέσει 104 φορές τη φανέλα της Μπάγερν στη δεκαετία του ’80, αλλά αποσύρθηκε νωρίς από τους αγωνιστικούς χώρους λόγω τραυματισμών. Ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα από την άσημη Μπάμενταλ, κατόπιν πέρασε μια πενταετία στη Χόφενχαϊμ και τη σεζόν 2005-06 ως βοηθός προπονητή των Τζοβάνι Τραπατόνι και Λόταρ Ματέους και αθλητικός συντονιστής στη Ζάλτσμπουργκ. Το 2006, ο Γιόαχιμ Λεβ τον πήρε βοηθό του στην Εθνική Γερμανίας, θέση στην οποία θα έμενε για 8 χρόνια. Ο
Οι γνωρίζοντες πρόσωπα και πράγματα ήξεραν ότι ο Φλικ ήταν ο υπεύθυνος για την τακτική της «Νατσιοναλμάνσαφτ» σε κάθε αγώνα και επίσης αυτός που όργωνε όλη τη Γερμανία προς αναζήτηση νεαρών παικτών που να ταιριάζουν στο παιχνίδι κατοχής και κάθετης επίθεσης της ανδρικής ομάδας.
Ηταν παράγοντας-κλειδί στην κατάκτηση του Μουντιάλ 2014. Κατόπιν, όταν ο Φλικ έψαχνε για νέες προκλήσεις, η γερμανική ομοσπονδία δεν ήθελε να τον χάσει. Και για χάρη του δημιούργησε μια νέα θέση στο οργανόγραμμά της, αυτή του αθλητικού διευθυντή. Η δουλειά την οποία έκανε στην τριετία 2014-17 σε συνεργασία με τους συλλόγους έχει αφήσει πίσω έναν εκπληκτικό «φάκελο» για κάθε ποδοσφαιρικό ταλέντο στη γερμανική επικράτεια…
Πριν από 11 μήνες, τον Ιούλιο του 2019, αποδέχθηκε την πρόταση της Μπάγερν και πήρε θέση στο πλευρό του Κόβατς. Και, τέσσερις μήνες αργότερα, ο Φλικ ορίστηκε υπηρεσιακός προπονητής αρχικά για να βγουν τα πρώτα δύο παιχνίδια –με τον Ολυμπιακό στο Τσάμπιονς Λιγκ και την Ντόρτμουντ στην Μπουντεσλίγκα.
Κατόπιν, στο διάλειμμα για τις εθνικές ομάδες, θα υπήρχε χρόνος για να τσεκάρουν τις εναλλακτικές ανάμεσα σε όλα τα ονόματα που ακούγονταν (Βενγκέρ, Ποκετίνο, Αλέγκρι, ακόμα και Μουρίνιο…).

Ο Φλικ έκανε άψογο ντεμπούτο, με 2-0 επί των «ερυθρολεύκων» και θρίαμβο 4-0 στο Klassiker με την Ντόρτμουντ. Δεν ήταν μόνο τα αποτελέσματα όμως. Από τον πρώτο κιόλας αγώνα προχώρησε σε διορθωτικές αλλαγές στο σύστημα και στα πρόσωπα.
Ο Μπενζαμέν Παβάρ επέστρεψε στην κανονική του θέση ως δεξιός μπακ, ο Νταβίντ Αλάμπα μετακόμισε οριστικά στο κέντρο της άμυνας ως παρτενέρ των Μπόατενγκ ή Μαρτίνεθ, ο ταχύτατος Αλφόνσο Ντέιβις έγινε ο βασικός αριστερός μπακ και ο Τζόσουα Κίμιχ εγκαταστάθηκε στο κέντρο σε ρόλο πασπαρτού (εξαρο-οκτάρι, ενίοτε και δεκάρι…).
Οσο για τον Τόμας Μίλερ, ο οποίος βρισκόταν με το ένα πόδι εκτός Μπάγερν καθώς δεν τον εμπιστευόταν ιδιαίτερα ο Κόβατς; Αυτός βρήκε τη θέση του στην αρχική ενδεκάδα, πίσω από τον Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι, ως επιτελικός μέσος και δεύτερος επιθετικός ταυτόχρονα!
Υστερα από τέσσερις νίκες και 16-0 γκολ στα τέσσερα πρώτα παιχνίδια του Φλικ, οι ιθύνοντες της Μπάγερν αποφάσισαν ότι οι παίκτες βρίσκονται σε καλά χέρια και είπαν να κρατήσουν τον 55χρονο Γερμανό τεχνικό τουλάχιστον έως τα Χριστούγεννα. Μετά τους τρεις πρώτους αγώνες μέσα στο 2020, η Μπάγερν αναρριχήθηκε στην κορυφή του πρωταθλήματος και ανακοινώθηκε ότι ο Φλικ θα μείνει στον πάγκο της έως το τέλος της τρέχουσας σεζόν.
Συνειδητοποιώντας όμως ότι είχαν χτυπήσει… φλέβα χρυσού και η ποδοσφαιρική Ευρώπη άρχισε να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο που καθοδηγούσε την ομάδα τους, οι διοικούντες τους Βαυαρούς αποφάσισαν τον Απρίλιο -εν μέσω διακοπής λόγω πανδημίας- ότι ο Φλικ είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. Και το συμβόλαιό του ανανεώθηκε έως τον Ιούνιο του 2023!
Πλέον, στα όσα κατάφερε έχει προσθέσει και τον τίτλο της Μπουντεσλίγκα, που εξασφαλίστηκε την περασμένη Τρίτη, δύο αγωνιστικές πριν από τη λήξη. Παράλληλα βρίσκεται σε τροχιά τρεμπλ. Η ομάδα του έχει προκριθεί στον τελικό του Κυπέλλου Γερμανίας, είναι με το ένα πόδι στο Final 8 του Τσάμπιονς Λιγκ μετά το 3-0 μέσα στο Λονδίνο επί της Τσέλσι στον α’ αγώνα και έχει ξεχάσει τη λέξη «ήττα» μέσα στο 2020 (18 νίκες σε 19 αγώνες!)
Οχι ότι δεν υπήρξαν λακκούβες στον δρόμο… Στον πρώτο μήνα της θητείας του, υπέστη δύο διαδοχικές (και τις μοναδικές έως σήμερα) ήττες, από Λεβερκούζεν και Γκλάντμπαχ με το ίδιο σκορ (2-1). Αρκετοί νόμισαν τότε ότι τα ψωμιά του ήταν μετρημένα. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο όμως… Ακόμα και σε εκείνες τις ήττες, η ομάδα έπαιζε ωραίο ποδόσφαιρο –κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τη διοίκηση.
Είχε αλλάξει πλέον ο τρόπος παιχνιδιού της πρωταθλήτριας Γερμανίας, κάνοντας πιο ευτυχείς τους παίκτες κατ’ αρχάς, τους φιλάθλους και τη διοίκηση. Η ομάδα είχε γίνει -και πλέον είναι- πιο επιθετική, πετυχαίνει περισσότερα γκολ, δέχεται λιγότερα, ξεκινάει τις επιθέσεις της από ψηλά, εναλλάσσει το 4-2-3-1 με το 4-1-4-1 ανάλογα με τον αντίπαλο.
Τα στατιστικά της σε σχέση με τη βερσιόν της επί Κόβατς δείχνουν ότι πρεσάρει περισσότερο όταν χάνει την μπάλα για να την ανακτήσει άμεσα, κάνει περισσότερα σπριντ σε κάθε αγώνα και επιτρέπει λιγότερες πάσες στον αντίπαλο στον δικό της χώρο άμυνας. Ολα αυτά χάρη στην τακτική ιδιοφυΐα του Φλικ και την εμπιστοσύνη που εμπνέει στους ποδοσφαιριστές.
Οπως είπε ο εκτελεστικός διευθυντής των Βαυαρών, Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε, «υπό την καθοδήγηση του Φλικ, η αγωνιστική πρόοδος της ομάδας είναι εξαιρετική, τόσο σε επίπεδο αποτελεσμάτων, όσο και ποιότητας παιχνιδιού».
Η συνεισφορά του 55χρονου Γερμανού τεχνικού ξεπερνάει την απλή κατάκτηση της Μπουντεσλίγκα. Εχει δώσει ξανά στην Μπάγερν την ιστορική αγωνιστική της ταυτότητα. Οι Βαυαροί κυριαρχούν στα παιχνίδια τους, έχουν πάλι τον έλεγχο, η κίνηση μεταξύ των γραμμών είναι άψογη, το παιχνίδι έχει καλύτερη δομή και η μπάλα τρέχει με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Ενα εντυπωσιακό success story για τον πιο επιτυχημένο -από άποψη αποτελεσμάτων- προπονητή στην ιστορία της Μπάγερν Μονάχου. Με ποσοστό νικών 89,66% (26 τρίποντα σε 29 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις) ξεπέρασε τους Χάινκες και Γουαρδιόλα! Και δεν δείχνει διατεθειμένος να σταματήσει να κερδίζει.
