ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν 6 Ιουλίου 1990 (πριν από 30 χρόνια) όταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη έκανε την εμφάνισή της στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου με την τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη». Είχε δοκιμαστεί τέσσερα χρόνια πριν (1986), στο ίδιο θέατρο, με την κωμωδία του Αριστοφάνη «Λυσιστράτη», με γερή αρματωσιά: Σκηνοθεσία Αλέξης Σολομός, μουσική Μάνος Χατζιδάκις. Εκεί το ρίσκο δεν ήταν μεγάλο – τόσοι και τόσοι τα τελευταία χρόνια έχουν αλώσει το επιδαύριο θέατρο με Αριστοφάνη.

Η «Αντιγόνη» είχε απαιτήσεις που δεν αναγνώριζαν, επαΐοντες και μη, σε μια σταρ που είχε επιβληθεί, επί τρεις και πλέον δεκαετίες, στο λεγόμενο λαϊκό κοινό με ανάλαφρους ρόλους, μολονότι, και στην περίπτωση της «Αντιγόνης», είχε τη σκηνοθετική ενίσχυση του Μίνου Βολανάκη και τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Αποτέλεσμα: το κοινό (της) την αποθέωσε, η κριτική την «έθαψε»… (Μεταξύ άλλων και ο Θόδωρος Κρητικός της «Ελευθεροτυπίας», στην κριτική του με τίτλο: «Νιάου νιάου η Αντιγονούλα…».)

Αλλά ας μην προχωρήσω περισσότερο. Τα λέει καλύτερα ο δημοσιογράφος-ερευνητής Βασίλης Καββαθάς στο νέο του βιβλίο-λεύκωμα 280 σελίδων, μετά φωτογραφιών, «Αλικία». Και πιο μέσα: «Αλίκη Το “γιούχα” της Επιδαύρου», στη σειρά «Βίος Επιδαύριος» (έχουν προηγηθεί τα βιβλία-λευκώματα «Ειρήνη» -πρόκειται για την Ειρήνη Παπά- και «Μόραλης» -και έπονται κι άλλα…).

Επειδή ωστόσο είναι αδύνατο να γίνει μια διεξοδική παρουσίαση του εν λόγω λευκώματος (που αποτελεί, θα τολμούσα να προσθέσω, και την ανατομία μιας εποχής) στην παρούσα σελίδα, θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα για το «φαινόμενο» Βουγιουκλάκη, που, μολονότι έχει φύγει από τη ζωή τον Ιούλιο του 1996, τη θυμίζει και στους νεότερους η επαναλαμβανόμενη από την τηλεόραση προβολή των ταινιών στις οποίες πρωταγωνιστούσε:

Το «Βατερλό»

■ «Δεν χωράει αμφιβολία ότι υπήρξε “η κότα που έκανε τα χρυσά αυγά” κατά το κοινώς λεγόμενο, το “πουλέν” των μεταπολεμικών παραγωγών, σκηνοθετών, κινηματογραφιστών, της αρπαχτής που χτύπησαν φλέβα χρυσού, “αξιοποίησαν” – εκμεταλλεύτηκαν τα πάντα γύρω από αυτήν. Και την κατέστησαν, με τη δύναμη του φακού, κυρίαρχη του παιχνιδιού.

Βασιζόμενοι κυρίως στην ώσμωση ειδώλου – κοινού, που δημιουργούσε το ταμπεραμέντο της με κρεσέντο υποκριτικό, την περιβόητη “αλικία” της, την παιδικότητά της, την τσαχπινιά της – με την οποία έπιαναν, όπως έλεγαν, τον σφυγμό του κόσμου που ψοφάει για τέτοια. Κι αυτό γινότανε κατά κόρον με αλλεπάλληλες κινηματογραφικές “βουγιουκλακικές” παραγωγές με το πρόσχημα του… – Τι να κάνουμε; Αυτά θέλει ο κόσμος…».

■ «Κανένας δεν είπε “τι ηθοποιό χάσαμε”, όπως συνέβη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και την Ελλη Λαμπέτη. Κανείς δεν έκλαψε την ηθοποιό Αλίκη – έκλαψε γιατί έχασε το “οικόσιτό” του, τη “γάτα” του! (Oλα αυτά τα χρόνια δεν άκουσα κάποιον να την αποτιμά σαν καλλιτέχνιδα – με εξαίρεση τους υμνωδούς της, που μεταφέρουν στο χαρτί εντυπώσεις δοξαστικές άλλου είδους. Ηχούν βέβαια όλα τα “μπονατσικά” ντενεκεδένια υπερθετικά του τύπου… “Αλικάρα μου, να μου ζήσεις χίλια χρόνια!” κ.λπ.)».

■ «Στο σημείο αυτό ανιχνεύω ξανά την απορία (…“ψάλτου βηξ”) για το πόνημά μου. Προσθέτω λοιπόν δυο λόγια ακόμα, συνοπτικά, γι’ αυτούς που απορούν – και εξίστανται – πώς ενέδωσα στον πειρασμό να συμπεριλάβω στη σειρά ”Βίος Επιδαύριος” και την Αλίκη Βουγιουκλάκη – και μάλιστα σε τέτοια έκταση – απαντώ:

Πρώτον: Επειδή ζήλωσε δόξαν Επιδαύρια – και κατά τα γνωστά δεν έλαβε την παρουσία της εκεί ως “Βατερλώ” της – ως ΥΒΡΙΝ – αλλά… αυθαδίασε στις αιτιάσεις μιας κριτικής “ταφής”.

Δεύτερον: Καθ’ ότι επί δεκαετίες “διέπρεπε” ως εθνική σταρ… ήταν δηλαδή μια χαριτόβρυτη – εσαεί νεαρά ηθοποιός – που ήθελε, σώνει και καλά, να ξεφύγει από το “είναι” της και να παίξει τραγωδία»…