«Πιστεύω πως η Ελλάδα υπέφερε πολύ τα τελευταία 10 χρόνια. Ισως να μη χρειαζόταν να υποφέρει τόσο». Οι φράσεις της στιγμής ίσως αδικούν τις απόψεις των ανθρώπων που τις εκφράζουν. Αλλά σε κάθε περίπτωση τους κυνηγούν.
Σε αυτή τη φράση του κ. Χριστόφορου Πισσαρίδη- νομπελίστα οικονομολόγου, ακαδημαϊκού κατά τα ελληνικά πρωτόκολλα τιμής, Ιππότη του Στέμματος κατά τα βρετανικά ήθη, κατόχου του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Μακαρίου Γ΄ κατά τα κυπριακά, ποικιλοτρόπως τιμημένου από ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια και επικεφαλής της «Επιτροπής για την Αναπτυξιακή Στρατηγική» – φράση διατυπωμένη τον περασμένο Φεβρουάριο στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής- οι λέξεις κλειδιά είναι το «ίσως» και το «τόσο».
Το «ίσως» αμφισβητεί κάτι που κυνικά έχουν ομολογήσει ακόμη και πρωταγωνιστές του δεκαετούς μνημονιακού βασανιστηρίου στο οποίο υποβλήθηκε η χώρα: από τη Λαγκάρντ και τον Τόμσεν μέχρι τον Σόιμπλε και τον Ντάισελμπλουμ. Το «τόσο» υπονοεί ότι το πρόβλημα με τον βασανισμό ήταν η δοσολογία του, όχι η επιβολή του.
Αυτή η προσέγγιση είναι συνεπής με τις απόψεις που έχει διατυπώσει ο κ. Πισσαρίδης όλη την προηγούμενη μνημονιακή δεκαετία, που συμπίπτει με τη δεκαετία που έγινε ευρύτερα γνωστός χάρη στη βράβευσή του με το Νόμπελ Οικονομίας (μαζί με τους Dale Mortensen και Peter Diamond).
Ο κ. Πισσαρίδης ουδέποτε υπήρξε αντιμνημονιακός. Ακόμη κι όταν στη γενέτειρά του, την Κύπρο, επιβλήθηκε κούρεμα των καταθέσεων, τον Μάρτιο του 2013, αρχικά αιφνιδιάστηκε –«Τι να πω, δεν ξέρω κι εγώ τι να πω, είναι κάτι πρωτάκουστο», εξομολογούνταν με αφοπλιστική ειλικρίνεια στον ΣΚΑΪ–, όμως ταχύτατα, και με την ιδιότητα του προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Οικονομίας της Κύπρου, αποδέχθηκε το κούρεμα ως «την καλύτερη δυνατή λύση».
Με ανάλογο τρόπο αντιμετώπισε τα ελληνικά μνημόνια. Σε διάλεξή του στο Ιδρυμα Μποδοσάκη, τον Οκτώβριο του 2012, όταν το 2ο Μνημόνιο είχε μπει σε πλήρη εφαρμογή, επιβάλλοντας οριζόντια μείωση μισθών και κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, ο κ. Πισσαρίδης διεκήρυσσε τη συνεργασία τρόικας και κυβέρνησης σε «δίκαιες και εφικτές μεταρρυθμίσεις».
Πεμπτουσία των μεταρρυθμίσεων αυτών, κατά τον νομπελίστα οικονομολόγο, είναι η flexicurity, η «ευελισφάλεια», όπως την απέδωσε ο ίδιος, «ευελασφάλεια» όπως έχει επικρατήσει, που συνίσταται στα εξής: πλήρης ευελιξία του εργοδότη στον αριθμό των θέσεων εργασίας, τις απολύσεις, τα ωράρια, σύνδεση μισθών με την παραγωγικότητα, περιορισμός της δραστηριότητας του κράτους στις υποδομές και στην προστασία των ανέργων και των φτωχότερων νοικοκυριών. «Πρέπει να καταργήσουμε το μονοπώλιο και από τις δύο πλευρές, και του εργάτη και του εργοδότη», έλεγε ο κ. Πισσαρίδης. Γελούσε, μάλιστα, με τον χαρακτηρισμό «νεοφιλελεύθερος» που του αποδίδουν για τις «ριζοσπαστικές» απόψεις του, λέγοντας ότι θεωρεί πρότυπα «ευελασφάλειας» δυο χώρες «σοσιαλδημοκρατικές», την Ολλανδία και τη Δανία.
Αυτά τα ισχυριζόταν σε μια περίοδο που η ανεργία –χάρη στην κατάργηση του «μονοπωλίου του εργάτη» από την τρόικα– είχε υπερβεί το 20%. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η ίδια φιλοσοφία –μίγμα ακαδημαϊκής αυτοπεποίθησης και πολιτικής ελαφρότητας– θα διαπερνά την πρόταση για το αναπτυξιακό μοντέλο της επόμενης δεκαετίας που εκπονεί η επιτροπή της οποίας προεδρεύει, επιφορτισμένη επιπλέον με το καθήκον να διαχειριστεί και τους πόρους των σχεδόν 50 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στην Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης και τον νέο κοινοτικό προϋπολογισμό (εάν, εφόσον και όποτε συμφωνηθούν).
Από τις αδρές γραμμές του αναπτυξιακού προσχεδίου που έχουν εκπονήσει ο κ. Πισσαρίδης δεν προκύπτει η παραμικρή καινοτομία. Αντιθέτως, επαναλαμβάνονται κοινοτοπίες για τα αναπτυξιακά πλεονεκτήματα της χώρας (ενέργεια και φυσικό περιβάλλον, τουρισμός και αγροδιατροφικός τομέας, μεταποίηση, μεταφορές, logistics, ψηφιακός μετασχηματισμός επιχειρήσεων και κράτους κλπ). Κοινοτοπίες που διατυπώθηκαν επανειλημμένα στα χρόνια των Μνημονίων σε ακριβοπληρωμένες με δημόσιο χρήμα μελέτες.
Το ανησυχητικό είναι ότι αυτό το μάλλον κοινότοπο προσχέδιο παρουσιάστηκε πανηγυρικά στο Μαξίμου από τον κ. Πισσαρίδη και την επιτροπή του στις 18 Φεβρουαρίου, όταν η πανδημία Covid 19 κορυφωνόταν στην Ευρώπη. Πώς είναι δυνατό ο νομπελίστας και οι διακεκριμένοι επιστήμονες της επιτροπής να μην επέδειξαν την παραμικρή διορατικότητα για την πρωτοφανή κρίση που ερχόταν; Πώς γίνεται να μη διέβλεψαν, για παράδειγμα, ότι ο τουρισμός που τον προβάλλουν ως αναπτυξιακό πλεονεκτήματα της χώρας θα αποδεικνυόταν αχίλλειος πτέρνα της;
Οι απορίες μας, υποθέτουμε, θα λυθούν όταν ο κ. Πισσαρίδης και η ομάδα του παρουσιάσουν το πλήρες σχέδιο «εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας», ώστε να είναι συγκρίσιμη με πετυχημένες μικρές οικονομίες της Ευρώπης, όπως η Αυστρία, η Ολλανδία και η Δανία, κατά το όραμά του. Οραμα που, ενώ αγνοεί τις ιστορικές προϋποθέσεις αυτών των «επιτυχιών», οπωσδήποτε συμπεριλαμβάνει τη flexicurity, που τόσο θαυμάζει ο Χ. Πισσαρίδης.
Και, αληθινά, για τον διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητή των οικονομικών της εργασίας, η πανδημία, με τη διαλυτική της επήρεια στις εργασιακές σχέσεις, έχει διαμορφώσει το ιδεώδες, ολοζώντανο εργαστήριο για να πειραματιστεί με την αγαπημένη του «ευελασφάλεια». Από την οποία είναι άγνωστο αν θα διασωθούν έστω και ελάχιστα προσχήματα ασφάλειας.
Γιατί τον επιλέξαμε
Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης, ως επικεφαλής της Επιτροπής για το νέο Αναπτυξιακό Σχέδιο, αναλαμβάνει από την «επιτελική» κυβέρνηση Μητσοτάκη να προτείνει και το πώς θα αξιοποιηθούν τα 50 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού 2021-2027. Το γεγονός ότι οι τρεις χώρες-πρότυπα του νομπελίστα (Αυστρία, Ολλανδία και Δανία) πρωτοστατούν στην επιβολή μνημονιακών όρων για τις επιδοτήσεις του Ταμείου είμαστε βέβαιοι ότι είναι καθαρή σύμπτωση.
