Η χθεσινή ιστορική συμφωνία των 27 για το Ταμείο Ανάκαμψης εξακολουθεί να συνιστά το κυρίαρχο θέμα στο σημερινό διεθνή Τύπου ενώ άλλα θέματα που ξεχωρίζουν είναι η έκθεση-κόλαφος επιτροπής του Βρετανικού κοινοβουλίου για τη φερόμενη ρωσική ανάμιξη στο δημοψήφισμα για το Brexit, το ολοένα αυξανόμενο έλλειμμα δημοκρατίας στη Βραζιλία, καθώς και ο κίνδυνος κλιμάκωσης στα ελληνοτουρκικά.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στο πρωτοσέλιδό του: «Έκθεση κατακεραυνώνει το Νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στρίτ και τις υπηρεσίες αντικατασκοπείας για τη Ρωσία» με το σχετικό ρεπορτάζ να τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο Μπόρις Τζόνσον αντιμετωπίζει δριμεία κριτική καθώς η έκθεση της Επιτροπής του Κοινοβουλίου για την Αντικατασκοπεία και την Ασφάλεια διαπίστωσε ότι, τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι μυστικές υπηρεσίες απέτυχαν να εντοπίσουν ενδεχόμενες ρωσικές προσπάθειες για παρέμβαση αναφορικά με το δημοψήφισμα του 2016 για την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. Ειδικότερα αναφέρει ότι, το συμπέρασμα αυτό περιέχεται στην 50 σελίδων έκθεση της Επιτροπής, η οποία διαπιστώνει ότι, οι υπουργοί, επί της ουσίας, έκαναν τα στραβά μάτια απέναντι στους ισχυρισμούς περί ρωσικής παρέμβασης. Όπως μάλιστα δήλωσε χαρακτηριστικά το μέλος της Επιτροπής Κέβαν Τζόουνς: «το τραγικό είναι ότι ακόμη κι αν έγινε ρωσική παρέμβαση, κανείς δεν ήθελε να γνωρίζει εάν όντως αυτή υπήρξε».

Στη Γαλλία, η Le Monde έχει πρωτοσέλιδο τίτλο «Ένα ιστορικό σχέδιο Ανάκαμψης» και στο κύριο άρθρο η εφημερίδα υπογραμμίζει ότι χθες οι 27 υιοθέτησαν το σχέδιο ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων με χρηματοδότηση, η οποία θα προέλθει από επιδοτήσεις και δάνεια. Προσθέτει ότι Μέρκελ και Μακρόν χαιρέτισαν τη συμφωνία, η οποία θα βοηθήσει τα κράτη που επλήγησαν σφοδρά από την πανδημία και αναφέρει ότι, για να καμφθούν οι αντιρρήσεις των λεγόμενων φειδωλών χωρών και κυρίως αυτές της Ολλανδίας, έγιναν συμβιβασμοί στα ποσά και ειδικότερα στα ποσοστά των επιχορηγήσεων και των δανείων. Το άρθρο επισημαίνει ωστόσο ότι η οικονομική βοήθεια που αφορά στην ενίσχυση του κράτους Δικαίου και κυρίως για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αμαυρώθηκε.
Η Humanite από τη πλευρά της έχει τίτλο: «Η Βραζιλία υπό την αυτοκρατορία των Όπλων» και υπογραμμίζει ότι ποτέ από το τέλος της δικτατορίας, η στρατιωτική ηγεσία της λατινοαμερικανικής χώρας δεν διέθετε τόσο μεγάλη εξουσία, όσο επί προεδρίας Μπολοσονάρο.

Στη Γερμανία, για κίνδυνο κλιμάκωσης της διαμάχης Ελλάδας-Τουρκίας με φόντο τα ενεργειακά αποθέματα κάνει λόγο ανάλυση της Handeslblatt που σημειώνει ότι «η σύγκρουση για τις οικονομικές ζώνες στη Μεσόγειο παίρνει νέες διαστάσεις. Η Αθήνα θέτει τις ένοπλες δυνάμεις της σε κατάσταση επιφυλακής και ζητά ευρωπαϊκές κυρώσεις σε βάρος της Άγκυρας». Όπως αναφέρει η εφημερίδα «η αυξανόμενη ένταση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας απασχολεί τη Γερμανική Προεδρία στην ΕΕ. Χθες ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας αντελήφθη πόσο εκρηκτικό είναι το ζήτημα. Την ώρα που στο πλαίσιο επίσκεψής του στην Αθήνα αναζητούσε σημεία σύγκλισης για έναν διάλογο μεταξύ των δυο νατοϊκών εταίρων, καταγραφόταν κλιμάκωση της έντασης: η Τουρκία ανακοίνωνε γεωτρήσεις μπροστά στο ελληνικό Καστελόριζο και σε μια περιοχή την οποία η Ελλάδα ορίζει ως δική της οικονομική ζώνη.
Η εφημερίδα τονίζει ακόμη ότι στην Αθήνα ο Μάας ήθελε να διερευνήσει πώς μπορούν να ξεκινήσουν και πάλι συνομιλίες μεταξύ των δυο αντιμαχόμενων πλευρών και εάν η Γερμανία μπορεί να βοηθήσει. Η ατζέντα του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα φιλόδοξη. Διότι καμία άλλη σύγκρουση στην Ευρώπη δεν είναι τόσο σύνθετη όσο τα ελληνοτουρκικά. Και πουθενά αλλού στην ήπειρο δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος ένοπλης σύρραξης όσο στο Αιγαίο. Αντικείμενο της διαμάχης είναι τα σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα. Η ένταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα από τη στιγμή που ανακαλύφθηκαν στην ανατολική Μεσόγειο κοιτάσματα φυσικού αερίου» καταλήγει το δημοσίευμα.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post αναφέρεται στην πρόταση Τραμπ για χρήση μυστικών ομοσπονδιακών πρακτόρων στις αντιρατσιστικές διαδηλώσεις του Σικάγο με την δήμαρχο της αμερικανικής μεγαλούπολης να απορρίπτει κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τονίζοντας ότι δεν θέλει περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης όπως έγινε στο Πόρτλαντ. Ο Τράμπ πάντως από την πλευρά του επιμένει να το πράξει ιδιαιτέρως δε στις Πολιτείες όπου διοικούνται, όπως ανάφερε από «πολύ Φιλελεύθερους Δημοκρατικούς δημάρχους».
