ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καπόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας δήλωσε ο Μπάιντεν στη μοναδική μέχρι στιγμής δέσμευσή του για το πώς θα διαχειριστεί την παρουσία των ΗΠΑ στη Διεθνή Σκηνή σε περίπτωση που νικήσει στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Ακόμη και στην πιο κραυγαλέα περίπτωση ανατροπής στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ από τον Τραμπ, την αποχώρηση της Ουάσινγκτον από τη Συμφωνία του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, δεν υπάρχει η εγγύηση μιας πλήρους ανατροπής.

Το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι άλλο, στην καλύτερη περίπτωση, από μια νέα παρατεταμένη και περίπλοκη διαπραγμάτευση των ΗΠΑ και των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων με την Τεχεράνη.

Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο και τη μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων η απόφαση του Τραμπ να μην ανανεώσει τη Συνθήκη για την κατάργηση των Πυραύλων Μέσου Βεληνεκούς βρίσκεται σε ευθεία συνέχεια με την πολιτική του Μπους υιού και του Ομπάμα.

Μια πολιτική που αμφισβητούσε όλο το πλέγμα των διμερών συμφωνιών ΗΠΑ-Ρωσίας ως εμπόδιο για τη θωράκιση της αμερικανικής επικράτειας από την ασύμμετρη απειλή της πυρηνικής, κρατικής και μη, τρομοκρατίας, ή και ακόμη των πυρηνικών όπλων της Κίνας.

Η τριγωνική ισορροπία ΗΠΑ – Κίνας – Ρωσίας βρίσκεται ούτως η άλλως συνολικά στον προβληματισμό για τη στρατηγική των ΗΠΑ στις επόμενες δεκαετίες.

Οι Νίξον-Κίσινγκερ προσέγγισαν την Κίνα του Μάο το 1971-72 για να διαπραγματευτούν στη συνέχεια από θέση ισχύος με τη Σοβιετική Ενωση του Μπρέζνιεφ.

Υποτίθεται ότι πριν ξεσπάσει η διαμάχη για την ανάμιξη του Κρεμλίνου στις εκλογές του 2016 ο Τραμπ στόχευε σε προσέγγιση με τη Μόσχα για να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος στη συνέχεια με το Πεκίνο.

Σήμερα μια ενδεχόμενη εκλογική νίκη του Μπάιντεν, θέτει το ερώτημα αν θα υπάρξουν περαιτέρω αναταράξεις στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας ως παρενέργεια του ρεβανσισμού των Δημοκρατικών απέναντι στο Κρεμλίνο για την ανάμειξή του υπέρ του Τραμπ στην προεκλογική εκστρατεία του 2016.

Εκεί όμως που συντηρούνται προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα είναι η Διατλαντική Σχέση όπου η επιστροφή στο παρελθόν, ειδικά μετά το σοκ της πανδημίας, προβάλλει ως αδύνατη αν όχι εξωπραγματική.

Το τετ α τετ ρομαντικό αποχαιρετιστήριο δείπνο Μέρκελ – Ομπάμα στα τέλη του 2016 ήταν ένα επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού που συσκότιζε τη δύσκολη συνύπαρξη ΗΠΑ και Ευρώπης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, από τις επεμβάσεις σε εστίες κρίσεων και συγκρούσεων μέχρι τη μετωπική αντιπαράθεση Ουάσινγκτον – Βερολίνου για τη διαχείριση της Παγκόσμιας Χρηματοπιστωτικής Κρίσης μετά το φθινόπωρο του 2008.

Οταν ο Τραμπ, αμέσως μετά την είσοδό του στον Λευκό Οίκο άρχισε να απειλεί τη Ε.Ε. και κυρίως τη Γερμανία με την επιβολή δασμών στις εξαγωγές τους στις ΗΠΑ, είχε προηγηθεί η μακρόχρονη και περίπλοκη διαπραγμάτευση ΗΠΑ-Ε.Ε. για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων, που είχε γίνει γνωστή με τα αρχικά ΤΤΙΡ, μια συμφωνία –πλαίσιο που έθετε τη Γηραιά Ηπειρο μπροστά σε πολλαπλές απαγορευτικού πολιτικού κόστους προκλήσεις: από την αποδοχή των μεταλλαγμένων μέχρι τη κατάργηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Η αφωνία του Μπάιντεν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής προφανώς οφείλεται και στην παραδοχή ότι το «Πρώτα η Αμερική!» είναι ένα επιτυχές πολυσυλλεκτικό σύνθημα, το οποίο οι Δημοκρατικοί δεν θέλουν να χαρίσουν στον Τραμπ.